Απόρριψη δικαστικής προστασίας αλλοδαπού, λόγω τέκνου…

…. ΠΡΟΕΔΡΟΣ

ΤΟΥ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟΥ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ ΑΘΗΝΩΝ

…………………..

Συνήλθε στις …… 2016.

Για να κρίνει κατ’ άρθρο 30 παρ. Ζ εδ. τέταρτο του ν.3907/2011 αίτηση ανάκλησης (…………………..):

του L.. (επώνυμο) D… (όνομα) του R…., υπηκόου τρίτης χώρας (Αλβανίας)

κατά του Ελληνικού Δημοσίου που εκπροσωπείται νομίμως από τον Υπουργό Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης.

Με την αίτηση ανάκλησης, ο αιτών ζητεί να ανακληθεί η ………….. απόφαση-πρακτικό του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία απορρίφθηκαν οι, κατ’ άρθρο 30 παρ.2 του ν.3907/2011 αντιρρήσεις του (…………….) και να αρθεί η κράτησή του, που διατάχθηκε αρχικά, με την υπ’ αριθμ. πρωτ. …………… απόφαση του Αρμόδιου Αξιωματικού της Διεύθυνσης Αλλοδαπών Αττικής και η συνέχισή της (κράτησης) ορίστηκε με την υπ’ αριθμ. πρωτ. ……………….. απόφαση περί επιστροφής του αντιλέγοντος στη χώρα από την οποία προήλθε, που εκδόθηκε από τον ίδιο άνω Αξιωματικό.

Κατά την εκδίκαση της αίτησης ανάκλησης εμφανίστηκε ο πληρεξούσιος δικηγόρος του αιτούντος, Παναγιώτης Τζαμτζής και ανέπτυξε τους ισχυρισμούς του.

Η κρίση του Δικαστηρίου είναι η εξής:

Επειδή, το κρινόμενο δικόγραφο ασκήθηκε παραδεκτώς.

Επειδή, κατά την έννοια των διατάξεων του άρθρου 205 παρ. 5 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (Ν.2717/1999, ΦΕΚ 97Α΄ 17-5-1999), όπως ισχύει ύστερα από την τροποποίησή του από το άρθρο 22 του Ν.3659/2008 (ΦΕΚ 77 Α΄) και την αναρίθμηση της παραγράφου 5 τούτου σε 4, για να είναι, κατ’ αρχήν, παραδεκτή η αίτηση ανάκλησης προηγούμενης απόφασης, με την οποία απορρίφθηκε αίτηση αναστολής της εκτέλεσης διοικητικής πράξης, πρέπει στην αίτηση να γίνεται επίκληση συγκεκριμένων στοιχείων, επί των οποίων, ως νέων, να βασίζεται το προβαλλόμενο αίτημα, εάν δε στην αίτηση δεν αναφέρονται τέτοια στοιχεία, ή τα αναφερόμενα δεν κρίνονται νέα, η αίτηση είναι απορριπτέα, ως απαράδεκτη. Εξάλλου, νέα στοιχεία είναι, αφενός αυτά που προέκυψαν μετά την έκδοση της προσβαλλόμενης με την αίτηση αναστολής πράξης, αφετέρου αυτά που μολονότι υφίσταντο κατά την υποβολή της αίτησης, ο αιτών αποδεδειγμένα αγνοούσε την ύπαρξή τους ή δεν μπορούσε να τα επικαλεστεί και προσκομίσει για λόγους ανώτερης βίας και για το λόγο αυτό δεν είχαν τεθεί και δεν λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο κατά την έκδοση της απόφασής του, είναι δε ικανά να ανατρέψουν τα δεδομένα, επί των οποίων αυτό στηρίχθηκε για να εκδώσει την αρχική του απόφαση (πρβλ. Σ.Τ.Ε. Ε.Α. 5126/2012, 151/2011, 1074/2009, 3868/2008, 1346/2007 κ.α.). Πάντως, ο αιτών δεν δικαιούται να προβάλει αιτιάσεις για πλημμέλειες που παρέλειψε να προτείνει κατά την αρχική συζήτηση, ή ακόμη περισσότερο, να επανυποβάλει στην κρίση του δικαστηρίου αιτιάσεις που απορρίφθη­καν με την απόφαση, της οποίας ζητείται η ανάκληση (σχ. Ev. Αν. Σ.Τ.Ε. 526/2012, 4812012, 877/2011 κ.α.), αφού και στις δύο αυτές περιπτώσεις πρόκειται για παραβίαση του κανόνα της εφάπαξ άσκησης της αίτησης αναστολής. Από αυτά ακολουθεί ότι η προβλεπόμενη στην παράγραφο 2 του άρθρου 30 του N.3907/2011 αίτηση ανάκλησης, που δικαιούται να ασκήσει ο αλλοδαπός, που έχει υπαχθεί σε διαδικασία επιστροφής, κατά της απόφασης του Δικαστηρίου επί αίτησης αντιρρήσεων κατά απόφασης κράτησής του, δύναται να υποβληθεί μόνο με τους όρους και τις προϋποθέσεις που ορίζονται στις διατάξεις της παραγράφου. 5 του άρθρου 205 του Κ.Δ.Δ., στις οποίες ρητώς παραπέμπουν εκείνες της παραγράφου 2 του άρθρου 30 του Ν.3907/2011.

Επειδή, οι αντιρρήσεις του ήδη αιτούντος απορρίφθηκαν με την αιτιολογία ότι υφίσταται κίνδυνος διαφυγής του, υπό την έννοια ότι, εάν αίρονταν η κράτησή του, θα προσπαθούσε να αποτρέψει, με μη νόμιμα μέσα την εκτέλεση της απόφασης για την επιστροφή του στη χώρα, από την οποία προήλθε. Ειδικότερα, το Δικαστήριο, στην ως άνω κρίση, οδηγήθηκε, λαμβάνοντας, κυρίως, υπόψη ότι: α) ο αντιλέγων ζει στην Ελλάδα, τουλάχιστον, από το έτος 2005, πλην, όμως, δεν έχει εξασφαλίσει μόνιμη, και συνεχή εργασία, που να του αποφέρει σταθερό εισόδημα, αφού, όπως προκύπτει από τα προαναφερόμενα στοιχεία, εργαζόταν, περιστασιακά και υπέβαλε φορολογικές δηλώσεις έως το 2008, β) από τον Οκτώβριο του έτους 2006, οπότε έληξε η χορηγηθείσα σε αυτόν, λόγω εξαρτημένης εργασίας, προσωρινή άδεια διαμονής, αυτή δεν έχει ανανεωθεί, γ) δεν προκύπτει από κάποιο έγγραφο ότι ο ανωτέρω αλλοδαπός, όπως υποστηρίζει, έχει καταθέσει, ενώπιον του Γενικού Γραμματέα του Υπουργείου Προστασίας του Πολίτη, προσφυγή κατά της απόφασης απέλασής του, έτσι ώστε αυτή τελεί σε αναστολή και δ) δεν αποδεικνύεται η ύπαρξη μόνιμης και σταθερής διαμονής του στην Ελλάδα, αφού, δεν προκύπτει από κάποιο έγγραφο ότι ο Ε…. C…., ο οποίος, όπως δηλώνει, τον φιλοξενεί στην οικία του, στο Καπανδρίτι, συνδέεται με τον αντιλέγοντα με τέτοια ιδιαίτερη στενή και μόνιμη συγγενική σχέση, η οποία, κατά τα κοινώς γνωστά, δημιουργεί ιδιαίτερους δεσμούς που δικαιολογούν την ύπαρξη ηθικής υποχρέωσης αυτού προς παροχή προς τούτον φιλοξενίας για όσο χρόνο χρειαστεί. Εξάλλου, με την ίδια απόφαση-πρακτικό, απορρίφθηκε ο προβαλλόμενος, με τις αντιρρήσεις, ισχυρισμός περί του η διοικητική απέλαση, που επιβλήθηκε στον αντιλέγοντα, είναι «επαχθέστατο μέτρο» κατά της προσωπικότητάς του, ως απαραδέκτως προβαλλόμενος κατά την εν λόγω διαδικασία, αντικείμενο της οποίας αποτελεί αποκλειστικά η νομιμότητα ή μη της κράτησής του, καθώς και ο ισχυρισμός περί του ότι η κράτησή του, που έχει διαταχθεί με απόφαση διοικητικού οργάνου, αποτελεί επαχθέστατο μέτρο κατά της προσωπικότητάς του και της επαγγελματικής και προσωπικής ζωής του στην Ελλάδα, με την αιτιολογία ότι προβλήθηκε αόριστα, αλλά και γιατί το συγκεκριμένο μέτρο λαμβάνεται προκειμένου να εξασφαλιστεί η επιστροφή του αλλοδαπού στην χώρα, από την οποία προήλθε και, μάλιστα, αφού εκτιμηθούν η διαθεσιμότητα κατάλληλων χώρων κράτησης και η δυνατότητα εξασφάλισης αξιοπρεπών συνθηκών διαβίωσης για τους κρατούμενους, είναι, μέτρο περιορισμένης χρονικής ισχύος και αίρεται, με δικαστική, απόφαση, μετά την υποβολή αντιρρήσεων, εφόσον κριθεί μη νόμιμο.

Επειδή, ο αιτών ζητεί την ανάκληση της πιο πάνω απόφασης-πρακτικού του Δικαστηρίου τούτου, προβάλλοντας ότι συντρέχει λόγος διακοπής της κράτησής του, ενόψει του ότι στην Ελλάδα ζει η εν διαστάσει σύζυγός του, Z., μαζί με την ανήλικη κόρη τους, L., από προσωπική του, δε, αμέλεια είχε παραλείψει να ενημερώσει τον πληρεξούσιο δικηγόρο του, που είχε συντάξει τις προαναφερόμενες αντιρρήσεις, σχετικά με την οικογενειακή του κατάσταση. Ο ανωτέρω υποστηρίζει ότι δεν διαμένει μαζί με την σύζυγο και την κόρη του, οι οποίες σκοπεύουν να παραμείνουν στην Ελλάδα, ωστόσο προσπαθεί να έχει συχνή επικοινωνία με το τέκνο του και να του παρέχει την ελάχιστη οικονομική βοήθεια, ενόψει δε του ότι τούτο πάσχει από σιδηροπενική αναιμία και υποβάλλεται ανά τακτά χρονικά διαστήματα σε ιατρικές εξετάσεις, είναι απαραίτητη η παρουσία του πατέρα στη ζωή του και εντεύθεν επιτακτική η ανάγκη παραμονής του ίδιου στην Ελλάδα, ενώ, σε περίπτωση εκτέλεσης της απόφασης απέλασης και επιστροφής του στην Xώρα από την οποία προήλθε, θα αποκοπούν πλήρως οι δεσμοί μαζί του. Τέλος, ο αιτών ισχυρίζεται ότι ο E. C., που τον φιλοξενεί στην οικία του στο Κ.. είναι συγγενής του και, συγκεκριμένα, πρώτος ξάδερφος του, αφού, όπως ο ίδιος διευκρινίζει, «ο πατέρας μου και ο πατέρας του είναι ετεροθαλή αδέρφια, ήτοι έχουν την ίδια μητέρα (S… L…) αλλά διαφορετικό πατέρα, ο μεν E… C… τον H… C…, ενώ εγώ τον L… L….». Προς απόδειξη των ως άνω ισχυρισμών του, ο αιτών επικαλείται και προσκομίζει, σε φωτοτυπικό αντίγραφο: α) το από …….. πιστοποιητικό γάμου, μεταφρασμένο στην ελληνική γλώσσα, σύμφωνα με το οποίο ο αιτών τέλεσε, στις ….., γάμο με την Z… L…, β) το από ….απόσπασμα ληξιαρχικής πράξης γέννησης του Ληξιάρχου Αθηνών, Γεωργίου Καμίνη, από το οποίο προκύπτει ότι ο αιτών και η σύζυγός του απέκτησαν, στις ….., κόρη, γ) το με αριθμ. …… διαβατήριο της Δημοκρατίας της Αλβανίας, εκδοθέν στις …., στο όνομα L.. L…, δ) αποτελέσματα αιματολογικών και βιοχημικών εξετάσεων, Απριλίου 2015 και Μαρτίου 2016, της L… L….. και γνωμάτευση παιδιάτρου ότι αυτή πάσχει από σιδηροπενική αναιμία και ε) το από ……., μεταφρασμένο στην ελληνική γλώσσα, πιστοποιητικό γάμου του Κ… Τ…., εκδοθέν από το Ληξιαρχείο Κοινότητας …. της Δημοκρατίας της Αλβανίας, όπου αναγράφεται όνομα μητρός «Σ.», αλλά και μη μεταφρασμένο στην ελληνική γλώσσα πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης του R… L…., όπου αναφέρεται όνομα μητρός «S.».

Επειδή, τα προσκομιζόμενα από τον αιτούντα άνω στοιχεία, δεν είναι νέα, κατά την έννοια της ζ΄ διάταξης του άρθρου 205 παρ. 5 του Κ.Δ.Δ., στο οποίο παραπέμπει η παράγραφος 2 του άρθρου 20 του Ν.3907/2011, αφού αποτελούν έγγραφα, προϋπάρχοντα της έκδοσης της προσβαλλόμενης με τις αντιρρήσεις απόφασης περί κράτησης του αιτούντος και ο τελευταίος δεν επικαλείται ούτε, άλλωστε, αποδεικνύεται ότι τα αγνοούσε, πολύ περισσότερα μάλιστα, που είναι στοιχεία αφορώντα στην οικογενειακή του κατάσταση και στην υγεία του τέκνου του, ή δεν μπορούσε να τα επικαλεστεί και προσκομίσει για λόγους ανώτερης βίας (πρβλ. Σ.Τ.Ε. Ε.Α. 1346/2007, 750/2003, 62/2001, 345/2000 κ.α.), έτσι ώστε δεν συντρέχει νόμιμη περίπτωση ανάκλησης της προαναφερόμενης (υπ’ αριθμ. …..) απόφασης-πρακτικού του Δικαστηρίου τούτου και η περί αυτής κρινόμενη αίτηση είναι απαράδεκτη και απορριπτέα. Σε κάθε περίπτωση, τα πιο πάνω στοιχεία δεν είναι ικανά να ανατρέψουν την κρίση του Δικαστηρίου περί της μη συνδρομής περίπτωσης άρσης της κράτησής του, αφού από αυτά δεν προκύπτει η ύπαρξη μόνιμης και σταθερής διαμονής του αιτούντος στην Ελλάδα, ενόψει, άλλωστε, του ότι ο ίδιος παραδέχεται ότι με την σύζυγό του βρίσκεται σε διάσταση και δεν κατοικεί μαζί της, δεν αποδεικνύεται δε, η συγγενική σχέση μεταξύ αυτού και του E… C…., από μόνη την αναφορά στα προαναφερόμενα πιστοποιητικά των, φερόμενων ως γονέων τους, Q… C… και R… L…, του ίδιου μητρωνύμου, ενώ, εξάλλου, ο ανωτέρω αλλοδαπός συνομολογεί, με το δικόγραφο της ένδικης αίτησης, ότι ο ισχυρότερος δεσμός με την Ελλάδα, που καθιστά επιτακτική την ανάγκη παραμονής του σε αυτή, είναι η κόρη του, και σε περίπτωση εκτέλεσης της απόφασης απέλασης και επιστροφής του στην Αλβανία θα εκλείψει κάθε δυνατότητα επαφής μαζί της, έτσι ώστε εξακολουθεί να υφίσταται κίνδυνος διαφυγής του, υπό την έννοια ότι εάν αρθεί η κράτησή του, θα προσπαθήσει να αποτρέψει, με μη νόμιμα μέσα, την εκτέλεση της απόφασης για την επιστροφή του. Συνεπώς, δεν συντρέχει νόμιμη περίπτωση ανάκλησης της προαναφερόμενης (υπ’ αριθμ. …..) απόφασης – πρακτικού του Δικαστηρίου τούτου και η περί αυτής κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί.

ΔΙΑΤΑΥΤΑ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αίτηση ανάκλησης.

Η απόφαση εκδόθηκε στην Αθήνα, στις …… 2016.

Σχόλιο: Η ανωτέρω απόφαση προκαλεί εύλογο προβληματισμό, όχι τόσο για την απόρριψη της λόγω της στενής γραμματικής ερμηνείας του άρθρου 205 παρ. 5 ΚΔΔ, όσο για την παράδοξη αντιστροφή της συνταγματικής επιταγής του άρθρου 21 παρ. 1, περί   προστασίας της οικογένειας, αναφέροντας ότι η ύπαρξη του ανήλικου τέκνου του αιτούντος θα τον οδηγήσει στην αποτροπή της εκτέλεσης της διοικητικής απόφασης περί επιστροφής του, αντί να υποστηριχθεί, όπως προέκυπτε από το σύνολο του φακέλου και των εισαγωγικών εγγράφων (αντιρρήσεις-αίτηση ανάκλησης), η δυνατότητα του αιτούντος, κατά τη διάρκεια του διαστήματος της τριακονθήμερης προθεσμίας για την αναχώρηση του, να ασκήσει το δικαίωμα της κατάθεσης αίτησης του για άδεια παραμονής λόγω εξαιρετικών λόγων. Ενδεχομένως, η δικαστική κρίση θα έπρεπε να «υπερκεράσει» με μια λιγότερο τυπολατρική ερμηνεία του άρθρου 205 παρ. 5 ΚΔΔ, προκειμένου να υπηρετήσει την αναμφίβολα υπέρτερη και ουσιαστικότερη διάταξη του Συντάγματος, προς ορθότερη απονομή της Δικαιοσύνης, σύμφωνα άλλωστε και με την Παύλεια επιταγή: «τὸ γὰρ γράμμα ἀποκτείνει, τὸ δὲ πνεῦμα ζωοποιεῖ»  (Β” Κορ. 3,6).

Τζαμτζής Ν. Παναγιώτης

Δικηγόρος