Φύση εργασιακής σχέσης ιεροψάλτη και Ναού

Το ζήτημα της εργασιακής σχέσης των ιεροψαλτών με τους ενοριακούς ναούς και γενικότερα την Εκκλησία είναι ένα ζήτημα που συχνά απασχολεί την ελληνική δικαστηριακή πρακτική και το οποίο ομολογουμένως παρουσιάζει ιδιαιτερότητες, κυρίως αναφορικά με το είδος και τον νομικό χαρακτηρισμό της (ιδιωτικού ή δημοσίου δικαίου).

Εξ” επόψεως εκκλησιαστικού δικαίου το θέμα αντιμετωπίζεται ως με τον υπ’ αριθμ. 176/2006 Κανονισμό της Εκκλησίας της Ελλάδος «Περί των Ιεροψαλτών και της καταστάσεως αυτών» (ΦΕΚ Α΄ 268/19.12.2006) όπου στο άρθρο 2 ορίζεται ότι: «1. Ο Ιεροψάλτης λογίζεται κατώτερος Κληρικός της Ορθοδόξου Χριστιανικής Εκκλησίας, προ δε του διορισμού του και της αναλήψεως υπηρεσίας σε κάποιο Ιερό Ναό, ευκταίο είναι να δέχεται την κεκανονισμένη χειροθεσία, εφ” όσον διαθέτει τα κανονικά προσόντα. 2. Ο Ιεροψάλτης, επειδή ασκεί ιερό Λειτούργημα, είναι άμεσος και βασικός συνεργάτης του Λειτουργού Ιερέως και εκπροσωπεί το πλήρωμα της Εκκλησίας στο λειτουργικό και τελετουργικό μέρος. Παραλλήλως είναι καλλιτέχνης με σπουδές και πείρα στη Μουσική και το τελετουργικό της Εκκλησίας μας, θεματοφύλακας ενός πραγματικού θησαυρού της Εθνικής μας Παραδόσεως και μαζί με τον Λειτουργό Ιερέα, «χειραγωγός» των πιστών στην προσευχή και στην κατάνυξη για την σωτηρία και τον αγιασμό τους».

Στο δε άρθρο 3 παρ. 3 αναφέρει ότι «συνδέεται με τον ενοριακό Ναό με σχέση εργασιακή δημοσίου δικαίου». Το δε άρθρο 4 παρ. 5 αναφέρει ότι:

«5. Οι Ιεροψάλτες κατατάσσονται με την απόφαση διορισμού τους σε κατηγορία ανάλογα με τα τυπικά τους προσόντα ως ακολούθως:

Α. Στην Ε κατηγορία οι Ιεροψάλτες που ψάλλουν εμπειρικά.

Β. Στην Δ κατηγορία οι Ιεροψάλτες που έχουν πτυχίο τετραετούς φοίτησης σε αναγνωρισμένες Εκκλησιαστικές Μουσικές Σχολές της Ιεράς Μητροπόλεως ή φοιτούν σε Μουσική Σχολή.

Γ. Στην Γ κατηγορία οι Ιεροψάλτες που έχουν πτυχίο Ιεροψάλτη ή Βυζαντινής μουσικής Σχολών αναγνωρισμένων από το Κράτος (πενταετούς φοιτήσεως).

Δ. Στην Β κατηγορία οι Ιεροψάλτες που έχουν δίπλωμα Εκκλησιαστικής Μουσικής αναγνωρισμένων Σχολών Βυζαντινής Μουσικής ή Ωδείων.

Ε. Στην Α κατηγορία οι Ιεροψάλτες Μουσικολόγοι και Διδάκτορες Μουσικών Πανεπιστημιακών Σχολών.»

Επιπλέον κατά το άρθρο 5 του ως άνω Κανονισμού: «Όλοι οι διοριζόμενοι Ιεροψάλτες ασφαλίζονται στο Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων (Ι.Κ.Α.) σύμφωνα με τις περί αυτού εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις».

Σύμφωνα με τον Κανονισμό 5/1978 (ΦΕΚ Α΄ 48 Διορθ. Ημαρτ. ΦΕΚ Α΄ 62 / 1978), «Περί Κώδικος Εκκλησιαστικών Υπαλλήλων» και ειδικότερα στο άρθρο 1 παρ. 2. αναφέρεται ότι: «Δεν υπάγονται (σημ. στις διατάξεις του παρόντος Κανονισμού) όμως οι πρεσβύτεροι (προϊστάμενοι ή μη) ως και οι διάκονοι των ιερών ναών (ενοριακών ή μη), οι ιεροψάλται και το τυχόν υπάρχον έτερον βοηθητικόν ή υπηρετικόν προσωπικόν των ναών τούτων (χορωδοί, γραφείς, νεωκόροι, καθαρίστριαι)».

Επίσης η απόφαση του Β΄ Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου (1112/91 ΔΕΝ 47 σελ 934) δέχεται ότι η αμοιβή των ιεροψαλτών δεν είναι εκείνη των εθνικών συλλογικών συμβάσεων αλλά εκείνη που θα ελάμβαναν αν ήσαν διορισμένοι. Η ανωτέρω απόφαση  του Αρείου Πάγου δέχεται ότι οι Ιεροψάλτες που ανήκουν στο ίδιο εργασιακό καθεστώς με τους Νεωκόρους είναι μόνιμοι δημόσιοι υπάλληλοι και αμείβονται κατά τις διατάξεις υπαλλήλων νομικών προσώπων δημοσίου δίκαιου. Ειδικότερα δέχεται επί λέξει: «Κατά το άρθρο 53 του παραπάνω Κανονισμού (2/1969), στους Ναούς οι ψάλτες και ο νεωκόρος διορίζονται και παύονται από τον οικείο Μητροπολίτη μετά από γνώμη του εκκλησιαστικού συμβουλίου (παρ. 1), από το ότι δε αποτελούν τον κατώτερο κλήρο της εκκλησίας δεν υπάγονται στις κείμενες διατάξεις για τις συλλογικές συμβάσεις. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι ο νεωκόρος, διοριζόμενος νόμιμα (με απόφαση του Μητροπολίτη κλπ) στον ενοριακό ναό (που είναι Ν.Π.Δ.Δ.) αποτελεί μόνιμο προσωπικό υπαγόμενος στον κανονισμό 9 «περί κώδικος εκκλησιαστικών υπαλλήλων» (ΦΕΚ 106/1970) σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 2 αυτού, και, επομένως, είναι μόνιμος υπάλληλος του Ν. (άρθρο 65 καν. 9), αμειβόμενος κατά τις διατάξεις περί αμοιβής και μισθού υπαλλήλων ΝΠΔΔ (άρθρο 70 του κανονισμού 9) και όχι με βάση τις συλλογικές συμβάσεις που σε καμιά περίπτωση δεν τον αφορούν. Αν ο διορισμός δεν έγινε νόμιμα, εφόσον παρασχέθηκε η εργασία, οφείλεται ο αδικαιολόγητος πλουτισμός που δεν είναι η διαφορά μεταξύ αυτών που λάβαινε και των αποδοχών που καθορίζονται από τις συλλογικές συμβάσεις, αλλά η ωφέλεια του νομικού προσώπου από την παροχή σ” αυτό εργασίας από υπάλληλο που προσλήφθηκε κατά παράβαση του νόμου, ωφέλεια που είναι ίση με την αμοιβή που θα έπαιρνε ο νόμιμα διορισμένος νεωκόρος.

Ακόμη η υπ’ αριθμ. 2/73045/0022/2-1-2004 ΚΥΑ αναφέρει ότι οι διατάξεις των άρθρων 2, 3, 4, 9, 11, 15, κλπ του νόμου 3205/2003 που αφορούν τον μισθό των άλλων Ιερωμένων επεκτείνονται και έχουν εφαρμογή και στους διακόνους, ισοβάθμιοι των οποίων είναι οι Ιεροψάλτες.

Κατά την νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας (βλ. ΣτΕ 4078/1979, Ολομ., 3551/1997 κ.α.) είναι σαφές ότι σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 53 του Κανονισμού 2/1969 της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος «περί Ιερών Ναών, Ενοριών και Εφημερίων» (Α’ 193/19.9.1970), «1. Οι Ψάλται και Νεωκόροι διορίζονται και παύονται υπό του οικείου Μητροπολίτου, μετά γνώμην του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου, λαμβανομένην εν συνεδριάσει εις ην δέον απαραιτήτως να μετέχη και το κληρικόν μέλος (αρθρ. 64 παρ. 1 Α.Ν. 2200/40). 2. ……… 3. Ο οικείος Μητροπολίτης ασκεί την πειθαρχικήν εξουσίαν επί των Ψαλτών και Νεωκόρων δια πάσαν παράβασιν αναγομένην εις την κανονικήν εκτέλεσιν των καθηκόντων αυτών, επιβάλλων, μετά προηγουμένην έγγραφον απολογίαν, την ποινήν του προστίμου μέχρι διακοσίων δραχμών και εν υποτροπή πρόστιμον 500 δραχμών υπέρ του Ιερού Ναού ή προσωρινήν και οριστικήν απόλυσιν (αρθρ. 64 παρ. 3 α.ν. 2200/1940). 4. Οι Ιεροψάλται και Νεωκόροι, ως αποτελούντες τον κατώτερον Κλήρον της Εκκλησίας, δεν υπάγονται εις τας περί συλλογικών συμβάσεων κειμένας διατάξεις (αρθρ. 64 παρ. 4 α.ν. 2200/40)».

Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, δέχεται το ΣτΕ, ναι μεν οι ιεροψάλτες συνδέονται με την Εκκλησία με υπηρεσιακή σχέση δημοσίου δικαίου, ως παρέχοντες όμως υπηρεσίες που αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα της ασκήσεως της λατρείας και είναι ξένες προς την άσκηση διοικήσεως και διοικητικών έργων, δεν δύνανται να χαρακτηρισθούν διοικητικοί υπάλληλοι ώστε να έχουν επ’ αυτών εφαρμογή οι διατάξεις του άρθρου 103 του Συντάγματος.

Στο σημείο αυτό όμως πρέπει να τονιστεί ότι η επίκληση του άρθρου 103 του Συντάγματος γίνεται μόνο σε ό,τι αφορά το καθεστώς μονιμότητας των ιεροψαλτών ως δημοσίων υπαλλήλων. Το ζήτημα της μονιμότητας όμως είναι σαφές ότι δεν τίθεται από καμία από τις ανωτέρω διατάξεις αλλά μόνο το ζήτημα του είδους της υπηρεσιακής σχέσης που τους συνδέει με τον Ναό (ιδιωτικού ή δημοσίου δικαίου) αν και η υπ’ αριθμ. 1112/1991 απόφαση του Αρείου Πάγου πάει ένα βήμα παραπέρα υποστηρίζοντας την μονιμότητα των ιεροψαλτών ως δημοσίων υπαλλήλων.

Προκύπτει δηλαδή ότι η νομική φύση της εργασιακής σχέσης ιεροψάλτη και Ναού είναι δημοσίου δικαίου και ως τέτοια αντιμετωπίζεται τόσο από το εκκλησιαστικό δίκαιο όσο και από την νομολογία των δικαστηρίων μας (αστικών και διοικητικών). Ουσιαστικά ο ιεροψάλτης πρέπει να αντιμετωπιστεί ως προς την υπηρεσιακή του κατάσταση ως υπάλληλος συνδεόμενος με τον Ναό με σχέση δημοσίου δικαίου και στο πλαίσιο αυτό να διαμορφωθούν και τα μισθολογικά του δικαιώματα, δυνάμει του άρθρου 43 του υπ’ αριθμ. 5/1978 Κανονισμού.

Τζαμτζής Νικ. Παναγιώτης

Δικηγόρος