Εκτελεστότητα δικαστικών αποφάσεων περί αναδρομικών διορισμών

Επανερχόμενοι στο ζήτημα που αφορά στα αποτελέσματα της δημοσίευσης των υπ’ αριθμ. 3257/2017 και 3259/2017 αποφάσεων του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών και κυρίως στο ζήτημα της υποχρέωσης ή μη της Διοίκησης στην εφαρμογή των αποφάσεων, ήτοι στην έκδοση πράξεων διορισμού των αιτούντων, διατυπώνουμε, επισκοπώντας και την σχετική νομολογία (ΟλΣτΕ 2176/2004, ΣτΕ 370/1997, 3944/1995, 144/2014, 1304/1982 και 2364/1975) τις εξής σκέψεις:

  1. Οι ως άνω αποφάσεις του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών δέχθηκαν ότι η Διοίκηση υποχρεούται να προβεί στην ανάκληση «των προαναφερόμενων υπουργικών αποφάσεων …….. κατ’ εκτίμηση δηλαδή λόγων υπέρτερου δημοσίου συμφέροντος που τυχόν επιβάλλουν ή αποκλείουν την ανάκλησή τους και της ανάγκης προστασίας δικαιωμάτων τρίτων που εκτήθησαν καλοπίστως από την εφαρμογή τους και του χρόνου που διέρρευσε από την έκδοσή τους». Ουσιαστικά το Δικαστήριο υποχρεώνει τη Διοίκηση να προβεί σε πράξεις ανάκλησης των υπουργικών αποφάσεων διορισμού, διορίζοντας όσους παραλείφθηκαν από αυτές λόγω της αντισυνταγματικής ποσόστωσης του 40%. Η υποχρέωση ανάκλησης όμως θα πρέπει να γίνει υπό τις προϋποθέσεις ότι α) υπάρχει υπέρτερο δημόσιο συμφέρον και β) δεν θίγονται δικαιώματα τρίτων που αποκτήθηκαν καλοπίστως.
  2. Η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας επί του θέματος υποστηρίζει συγκεκριμένα: «Εφ” όσον η Διοίκηση, κατ” εκτίμηση των ανωτέρω προϋποθέσεων, προβεί στην ανάκληση της πράξεως που εκδόθηκε κατ” εφαρμογήν ανίσχυρης διατάξεως, η ενέργεια αυτή δεν αντιστρατεύεται την ανάγκη ασφαλείας του δικαίου και σταθερότητας των διοικητικών καταστάσεων, αλλ΄ αντιθέτως είναι σύμφωνη προς τις αρχές του κράτους δικαίου, της νομιμότητας της δράσεως της Διοικήσεως και της χρηστής διοικήσεως, οι οποίες δεν ανέχονται τη διατήρηση σε ισχύ νομικών ή πραγματικών καταστάσεων που δημιουργήθηκαν κατά κατάφωρη παράβαση του δικαίου. (Σημ: η υπογράμμιση δική μας)».
  3. Η εκτέλεση μιας δικαστικής απόφασης και ειδικότερα από μέρους της Διοίκησης πρέπει να είναι γεγονός αναμφισβήτητο και να μην επιδέχεται την παραμικρή καθυστέρηση ή παρερμηνεία. Σε αντίθετη περίπτωση δημιουργούνται φαινόμενα προσβολής της αρχής του κράτους δικαίου. Μάλιστα η θεωρία διαπιστώνει ότι σε περίπτωση «σύγκρουσης» των συνταγματικώς κατοχυρωμένων αρχών αφενός της προστατευόμενης εμπιστοσύνης του θιγόμενου πολίτη και αφετέρου της υποχρέωσης προς συμμόρφωση στις δικαστικές αποφάσεις, η πρώτη υποχωρεί πλήρως υπέρ της δεύτερης.
  4. Η τελευταία σκέψη έρχεται ως απάντηση στο αν υπάρχει υπέρτερο δημόσιο συμφέρον του αιτούντος τον αναδρομικό διορισμό, έναντι της μη ανάκλησης της παράνομης πράξης, καθώς διευκρινίζει πλήρως ότι το δικαίωμα του αιτούντος, το οποίο παραλείφθηκε να «ικανοποιηθεί» κατά το χρόνο διορισμού του, εξαιτίας μιας αντισυνταγματικής διάταξης (του 40%), δεν μπορεί να συνεχίζει να προσβάλλεται, ενόσω υπάρχει σχετική δικαστική κρίση. Το δημόσιο συμφέρον εξυπηρετείται πλήρως με την ικανοποίηση αυτού του δικαιώματος και κατά τη γνώμη μας, αυτή η ικανοποίηση υπερισχύει και της περίπτωσης που προσβάλλονται δικαιώματα τρίτων.

Συμπέρασμα:

Στην προκειμένη περίπτωση η Διοίκηση, υποχρεούται να εφαρμόσει την απόφαση εκδίδοντας σχετικές πράξεις διορισμού, προχωρώντας, σε ανάκληση των παράνομων διοικητικών πράξεων, διαφορετικά γεννούνται αξιώσεις των θιγομένων (αστικής, ποινικής και πειθαρχικής φύσεως) τόσο κατά του Δημοσίου όσο και κατά των αμελών υπαλλήλων του. Εκτός της ως άνω επιλογής, η Διοίκηση δύναται ευχερώς να ικανοποιήσει τα ως άνω αιτήματα αναδρομικού διορισμού εφαρμόζοντας, κατ’ άρθρο 1 του Ν. 3068/2002, με σχετική νομοθετική πρωτοβουλία, αναλογικά διατάξεις όπως, για παράδειγμα, αυτές του άρθρου 44 του Ν. 4440/2016, όταν και κατά παρέκκλιση κάθε γενικής ή ειδικής διάταξης, διορίστηκαν σε προσωποπαγείς θέσεις οι καταταγέντες στους πίνακες διοριστέων Α.Σ.Ε.Π. της 1ΕΓ/2016 προκήρυξης ή σε άλλες περιπτώσεις εφαρμογής αμετάκλητων δικαστικών αποφάσεων.

 

Τζαμτζής Νικ. Παναγιώτης

Δικηγόρος