Επιστροφή ποσού αχρεωστήτως καταβληθέντος στον ΟΑΕΔ

Αριθμός απόφασης Α 3054 /2020

ΤΟ

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΑ

Τμήμα

2ο ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 5 Νοεμβρίου 2019, με δικαστή τη Βασιλική Τσιρογιάννη, Πρωτοδίκη Διοικητικών Δικαστηρίων, και γραμματέα την Ειρήνη Μηλιαράκη, δικαστική υπάλληλο

γ ι α να δικάσει τη με ημερομηνία κατάθεσης 10.08.2016 αγωγή

Της Δ. Θ. του Κ., κατοίκου ……… Αττικής (οδός …., αρ. ……), η οποία παραστάθηκε διά του πληρεξούσιού της δικηγόρου Παναγιώτη Τζαμτζή τον οποίο διόρισε με εξουσιοδότηση

κ α τ ά του ν.π.δ.δ. με την επωνυμία «ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗΣ ΕΡΓΑΤΙΚΟΥ ΔΥΝΑΜΙΚΟΥ (Ο.Α.Ε.Δ.)», το οποίο εκπροσωπείται από το Διοικητή του, ο οποίος δεν παραστάθηκε

Κατά τη συζήτηση ο διάδικος που παραστάθηκε στο ακροατήριο ανέπτυξε τους ισχυρισμούς του και ζήτησε όσα αναφέρονται στα πρακτικά

Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα

Η κρίση του είναι η εξής:

1. Επειδή, με την κρινόμενη αγωγή, όπως το αίτημα αυτής μετατράπηκε νόμιμα από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό διά υπομνήματος, η ενάγουσα ζητεί, παραδεκτώς, να αναγνωριστεί η υποχρέωση του εναγόμενου Οργανισμού να της καταβάλει νομιμοτόκως α) από τη λήξη κάθε ημερολογιακού μήνα εκάστης αξίωσης, άλλως από τη λήξη κάθε έτους ή από την κατάθεση της αγωγής μέχρι την εξόφληση, με απόφαση που θα κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή, το συνολικό ποσό των 3.859,08 ευρώ, ως αποζημίωση, σύμφωνα με τα άρθρα 105-106 ΕισΝΑΚ, άλλως κατά τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού και β) από την επίδοση της αγωγής της έως την εξόφληση το ποσό των 5.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης κατ΄ άρθρο 932 του ΑΚ. Το πρώτο ποσό αφορά καταλογισθείσα σε βάρος της ως αχρεωστήτως καταβληθείσα μηνιαία επιδότηση ανεργίας για το χρονικό διάστημα από 16.10.2009 έως 15.10.2010 (279 ημερομίσθια) και από 05.01.2011 έως 29.01.2011 (21 ημερομίσθια), καθώς και έκτακτη οικονομική ενίσχυση κοινωνικής αλληλεγγύης 12ου/2009, η χορήγηση των οποίων ανακλήθηκε αναδρομικά δυνάμει της παράνομης, κατά την άποψη της ενάγουσας, ……………/25.06.2013 απόφασης των οργάνων του εναγομένου.

2. Επειδή, στο άρθρο 105 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα (ΕισΝΑΚ) (π.δ. 456/1984, Α΄ 164) ορίζεται ότι «Για παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων του δημοσίου κατά την άσκηση της δημόσιας εξουσίας που τους έχει ανατεθεί, το δημόσιο ενέχεται σε αποζημίωση, εκτός αν η πράξη ή η παράλειψη έγινε κατά παράβαση διάταξης που υπάρχει για χάρη του γενικού συμφέροντος (…)» και στο άρθρο 106 αυτού ότι «Οι διατάξεις των δύο προηγούμενων άρθρων εφαρμόζονται και για την ευθύνη των δήμων, των κοινοτήτων ή των άλλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, από πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων που βρίσκονται στην υπηρεσία τους». Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, για να στοιχειοθετηθεί ευθύνη προς αποζημίωση του Δημοσίου ή των ν.π.δ.δ. λόγω πράξεων ή παραλείψεων των οργάνων τους κατά την άσκηση της ανατιθέμενης σε αυτά δημόσιας εξουσίας, απαιτείται, μεταξύ άλλων, η πράξη ή η παράλειψη να είναι παράνομη. Ευθύνη του Δημοσίου ή ν.π.δ.δ. στοιχειοθετείται και από μη νόμιμες υλικές ενέργειες ή από παράνομες παραλείψεις υλικών ενεργειών των οργάνων τους, εφόσον αυτές συνάπτονται με την οργάνωση και λειτουργία των δημόσιων υπηρεσιών. Επίσης, υπάρχει ευθύνη του Δημοσίου ή του ν.π.δ.δ. και στην περίπτωση που με την πράξη ή παράλειψη παραλείπονται τα ιδιαίτερα καθήκοντα και υποχρεώσεις που προσιδιάζουν στη συγκεκριμένη υπηρεσία και προσδιορίζονται από την κείμενη εν γένει νομοθεσία, τα διδάγματα της κοινής πείρας και τις αρχές της καλής πίστης. Περαιτέρω, απαραίτητη προϋπόθεση για την επιδίκαση αποζημίωσης σε βάρος του Δημοσίου ή ν.π.δ.δ. είναι η ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της παράνομης πράξης ή παράλειψης ή υλικής ενέργειας ή παράλειψης υλικής ενέργειας του οργάνου τους και της επελθούσας ζημίας. Υπάρχει δε αιτιώδης σύνδεσμος όταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, η πράξη ή η παράλειψη είναι επαρκώς ικανή (πρόσφορη), κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία. (ΣτΕ 925/2012, 2872/2011, 3558-59/2010, 2780-81/2010 7μ., 334/2008 κ.ά.). Τέλος, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής των ως άνω διατάξεων, το Δημόσιο και τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου υποχρεούνται να αποκαταστήσουν κάθε θετική ή αποθετική ζημία (ΣτΕ 926/2009, 2739/2007 κ.ά.).

3. Επειδή, ο ν. 2956/2001 (Αναδιάρθρωση Ο.Α.Ε.Δ. και άλλες διατάξεις, Α” 258/6.11.2001) προέβλεψε τα ακόλουθα: « Άρθρο 2 (Σκοπός Ο.Α.Ε.Δ.) «1. Ο Οργανισμός Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού (Ο.Α.Ε.Δ.), ο οποίος συστάθηκε με το ν.δ. 2961/1954 «περί Συστάσεως Οργανισμού Απασχολήσεως και Ασφαλίσεως Ανεργίας» (Α 197) και ο οποίος μετονομάσθηκε σε Οργανισμό Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού (Ο.Α.Ε.Δ.) με το ν.δ. 212/1969 «Περί οργανώσεως και διοικήσεως του Οργανισμού Απασχολήσεως Εργατικού Δυναμικού» (Α` 112), αποτελεί νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με έδρα την Αθήνα και τελεί υπό την εποπτεία του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας. 2. Ο Ο.Α.Ε.Δ. έχει σκοπό την εφαρμογή της κυβερνητικής πολιτικής για την απασχόληση και την καταπολέμηση της ανεργίας, …, την ασφάλιση κατά της ανεργίας, … 3. Ο Ο.Α.Ε.Δ. μεριμνά ιδίως: α) … στ) για την οικονομική υποστήριξη των ανέργων με την παροχή τακτικών επιδομάτων σε όσους έχουν καταστεί άνεργοι, καθώς και την καταβολή παροχών, λόγω αφερεγγυότητας του εργοδότη, ζ) … [Όπως το άρθρο 2 αντικαταστάθηκε ως άνω με το άρθρο 25 του Ν.4144/2013 (Α΄88/18.4.2013)].

4. Επειδή, το ν. δ/γμα 2961/1954 (Α” 197), με το οποίο συστάθηκε ως ν.π.δ.δ. ο Οργανισμός Απασχολήσεως και Ασφαλίσεως Ανεργίας, ορίζει τα εξής: «`Αρθρ. 14 (Παροχαί Ανεργίας) Αι παροχαί της ασφαλίσεως ανεργίας διακρίνονται : α) Επίδομα ανεργίας. β) Ασφάλισις Ασθενείας, γ) … `Αρθρ. 15 (Προϋποθέσεις παροχών ανεργίας) 1. Ο ησφαλισμένος έχει την αξίωσιν δι` επιδότησιν: α) Εάν είναι ικανός και προσφέρεται προς εργασίαν και παρά την θέλησιν του δεν εξευρίσκει εργασίαν και β) Εάν πληρούνται αι προϋποθέσεις επιδοτήσεως. 2. … `Αρθρ. 16 (Ανεργος) 1. `Ανεργος θεωρείται, εκείνος όστις μετά την λήξιν της σχέσεως εργασίας δεν εύρε νέαν απασχόλησιν, εξηρτημένην ή μη. 2. … Άρθρ. 17 (Προϋποθέσεις επιδοτήσεως) 1. O ησφαλισμένος, ούτινος λύεται η σχέσις εργασίας δικαιούται επιδόματος ανεργίας, εφ` όσον επραγματοποίησεν εκατόν είκοσι πέντε (125) ημέρας εργασίας εν τη ασφαλίσει ανεργίας εντός των τελευταίων προ της λύσεως της σχέσεως εργασίας δέκα τεσσάρων (14) μηνών, των ημερών εργασίας των τελευταίων δύο μηνών μη συνυπολογιζομένων. … [Η παράγραφος αντεκατεστάθη ως άνω με το άρθρο 3 του Ν. 3464/1955 (Α 350)]. 2. … `Αρθρ. 21.1. Το Επίδομα ανεργίας απαρτίζεται από το βασικό Επίδομα ανεργίας και τις προσαυξήσεις λόγω οικογενειακών βαρών. 2. … 6. [7]. Το Επίδομα ανεργίας είναι ανεκχώρητο και ακατάσχετο, εκτός εάν πρόκειται για διατροφή συζύγων, ανιόντων ή κατιόντων. Ο συμψηφισμός επιτρέπεται, όταν πρόκειται για εξόφληση οφειλής από αχρεωστήτως καταβληθέντα επιδόματα ανεργίας, και μπορεί να γίνει με δόσεις που καθορίζει το Δ.Σ., υπό τον περιορισμό ότι σε κάθε περίπτωση το 1/2 του επιδόματος καταβάλλεται στον άνεργο. 7. [8]. … [Η ισχύς του παρόντος άρθρου αρχίζει από την 1η Ιανουαρίου 2007. Οι παρ. 5,6,7 και 8 αναριθμήθηκαν σε 4,5,6,7 με την παρ. Θε του άρθρου138 του Ν. 4052 (Α΄41/1.3.2012) (Το άρθρο 21, όπως είχε τροποποιηθεί με το άρθρο 19 Ν. 1836/1989, άρθρο 12 του Ν.2224/1994 και άρθρ.6 του Ν. 3464/1955, αντικαταστάθηκε ως άνω με το άρθρ. 6 Ν.3552/2007, ΦΕΚ Α 77/4.4.2007)] `Αρθρ. 23 (Διακοπή επιδόματος ανεργίας) 1. … 2. … 3. Εάν η αναγνώρισις της προς επιδότησιν αξιώσεως ή ο υπολογισμός του επιδόματος αποδεικνύεται ως νόμω αβάσιμος, ανακαλείται η αναγνώρισις ή ο υπολογισμός και δη αναδρομικώς. 4. Επί διακοπής, μειώσεως, ανακλήσεως ή διορθώσεως της παροχής ανεργίας ο επιδοτηθείς άνεργος υποχρεούται να επιστρέψη τα ληφθέντα, εάν επέτυχε την έγκρισιν της παροχής δι`αναληθών δηλώσεων ή δι` αποσιωπήσεως ουσιωδών περιστατικών. 5. … `Αρθρ. 27 (Διαδικασία εξασφαλίσεως αξιώσεως προς επιδότησιν) .1. Για να επιδοτηθεί ο άνεργος, πρέπει να εμφανιστεί ο ίδιος στην υπηρεσία του ΟΑΕΔ της κατοικίας του ή του τόπου της τελευταίας απασχόλησής του και να υποβάλει αίτηση για επιδότηση μέσα σε 60 ημέρες από τη λύση της σχέσης εργασίας [Η παράγραφος 1, όπως είχε συμπληρωθεί διά του άρθρου 7 παρ. 1 του Ν. 3464/1955 (ΦΕΚ Α 350), αντικαταστάθηκε ως ανωτέρω διά του άρθρου 7 παρ. 4 του Ν. 1545/1985 (Α 91)]. 2. … 5. Σε περίπτωση διακοπής των εργασιών της εκμετάλλευσης και αδυναμίας από οποιοδήποτε λόγο καταγγελίας της σχέσης εργασίας και έκδοσης της σχετικής βεβαίωσης του εργοδότη …, ο άνεργος μπορεί να λάβει Επίδομα ανεργίας, εφ όσον συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις και ενεργήσει σύμφωνα με όσα ορίζονται στην παρ. 1. Οι διατάξεις του άρθρου 31 του ν.δ. 2698/1953 (ΦΕΚ 318) εφαρμόζονται αναλόγως και στις πιο πάνω περιπτώσεις. … [Η παρ. 5 του άρθρου 27 που είχε αντικατασταθεί με το άρθρο 5 του Ν. 549/1977 (ΦΕΚ Α` 55) αντικαταστάθηκε εκ νέου ως άνω με το άρθρο 20 του Ν. 1836/1989 (ΦΕΚ Α 89)]. 6. …Εξάλλου, στο άρθρο 5 του «Κανονισμού παροχών ανεργίας και στρατεύσεως», ο οποίος εκδόθηκε κατ΄ επίκληση του ως άνω ν.δ. (Απόφαση Υπουργού Εργασίας 37274/3786/9-31.8.1956, Β΄173) προβλέπεται ότι «Άρθρο 5 (Δικαιολογητικά επιδοτήσεως) 1. Πλήν της κατά το προηγούμενον άρθρον αιτήσεως δηλώσεως ο άνεργος δέον όπως καταθέση και τ` ακόλουθα δικαιολογητικά: α) Το κοινοποιηθέν αυτώ παρά του εργοδότου έγγραφον της καταγγελίας της σχέσεως εργασίας … β) …» και στο άρθρο 9 ότι «(Ανάκλησις Επιδοτήσεως) 1. Δια την ανάκλησιν της επιδοτήσεως απαιτούνται έγγραφα στοιχεία, εξ ών να προκύπτη ότι κατά τον χρόνον της αναγνωρίσεως του δικαιώματος του ανέργου πρός επιδότησιν δεν συντρέχουσιν αι νόμιμοι προϋποθέσεις ή συνέτρεχον μεν, αλλ` ήρθησαν αύται αναδρομικώς συνεπεία μεσολαβήσεως νέων πραγματικών ή νομικών στοιχείων. 2. Εν περιπτώσει ανακλήσεως της επιδοτήσεως κατά τα εν άρθρ.23 παρ 3 και 4 ν.δ. 2961/1954 οριζόμενα, ο ησφαλισμένος υποχρεούται επιστροφήν των καταβληθέντων αυτώ επιδομάτων, μόνον εάν επέτυχε την καταβολήν τούτων, δια αναληθών δηλώσεων ή δι΄ αποσιωπήσεως ουσιωδών περιστατικών». Εξάλλου, με το άρθρο 3 παρ. 1 του ν. 1545 της 17/20.5.85 (Εθνικό σύστημα προστασίας από την ανεργία και άλλες διατάξεις – Α” 91) «Άνεργος θεωρείται εκείνος που μετά τη λύση ή τη λήξη της εργασιακής σχέσης αναζητεί εργασία, αποδέχεται να απασχοληθεί σε εργασία που του προσφέρεται από τις αρμόδιες υπηρεσίες του Ο.Α.Ε.Δ. στον ευρύτερο επαγγελματικό του κλάδο ή δέχεται να παρακολουθήσει προγράμματα επαγγελματικής εκπαίδευσης ή μετεκπαίδευσης και γενικά επωφελείται από κάθε περίπτωση δυνατότητας για απασχόληση». Επίσης, στο Ν.Δ. 2698 της 10/10 Νοεμβρίου 1953 (Περί διοικήσεως του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων, μεταρρυθμίσεως της περί αυτού νομοθεσίας, ως και άλλων τινών διατάξεων, Α΄ 315) ορίζεται ότι «΄Αρθρον 31. Εις το άρθρον 36 του Α.Ν. 1846/1951 προστίθεται παράγρ. 9 έχουσα ούτω: » Εάν καταγγελία συμβάσεως εργασίας αναγγελθείσα κατ` άρθρον 9 του νόμου 118/1945 εις το Ι.Κ.Α. ηκυρώθη διά δικαστικής αποφάσεως ή ανεκλήθη ως άκυρος παρά του καταγγέλοντος, ο εργοδότης καταβάλλων εις το μισθωτόν τας αποδοχάς αυτού, υποχρεούται να παρακρατήση διά λογαριασμόν του Ι.Κ.Α. τα πάρα τούτου εις τον μισθωτόν καταβληθέντα επιδόματα ανεργίας. Ο εργοδότης δικαιούται να μη καταβάλη τους οφειλομένους μισθούς εν όσω ο μισθωτός δεν τω προσκομίζει πιστοποιητικόν του Ι.Κ.Α. περί των υπ` αυτού εισπραχθέντων επιδομάτων ανεργίας. Ο εργοδότης παρακρατών τ` ανωτέρω επιδόματα ως εντολοδόχος και διά λογ/σμόν του Ι.Κ.Α., οφείλει ν` αποδώση ταύτα εις αυτό εντός 15 ημερών. Εάν δεν προβή εις την παρακράτησιν ταύτην οφείλει να καταβάλη ίσον ποσόν εις το Ι.Κ.Α., ευθυνόμενος έναντι αυτού, ως εάν είχε παρακρατήσει ταύτα. Τα εκ του ανωτέρου λόγου οφειλόμενα ποσά του εργοδότου προς το Ι.Κ.Α. εισπράττονται κατά τα εν άρθροις 26 παρ. 6 και 27 παρ. 1 εδ. 1 του Α.Ν. 1846/51 οριζόμενα» ». Τέλος, κατά το άρθρο 5 του ν. 3198/1955 (Περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως των περί καταγγελίας της σχέσεως εργασίας διατάξεων, Α΄98) «1. … 3. Η καταγγελία της εργασιακής σχέσης θεωρείται έγκυρη, εφόσον έχει γίνει εγγράφως, έχει καταβληθεί η οφειλόμενη αποζημίωση και έχει καταχωρηθεί η απασχόληση του απολυόμενου στα τηρούμενα για το Ι.Κ.Α. μισθολόγια ή έχει ασφαλιστεί ο απολυόμενος. … (Η παρ.3 αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ.4 άρθρ. 2 Ν.2556/1997, Α 270/24.12.1997. Η ισχύς της παραγράφου αυτής αρχίζει από 1.4.1998)».

5. Επειδή, στην προκείμενη περίπτωση, από τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας σε συνδυασμό με τα ιστορούμενα στην αγωγή, προκύπτουν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Την 16.10.2009 η ενάγουσα ασφαλισμένη παρουσιάστηκε στο Κέντρο Π…. Απασχόλησης 2 (ΚΠΑ) Παλλήνης του εναγόμενου Ο.Α.Ε.Δ. και κατέθεσε την αίτηση για τακτική επιδότηση ανεργίας με ημερομηνία απόλυσης την 07.09.2009 και την ειδικότητα «λογίστρια» στην εταιρία Π. Α.Ε. (έδρα ….., αρ. ….) χωρίς όμως να διαθέτει έγγραφη καταγγελία σύμβασης εργασίας, για την οποία είχε προσφύγει δικαστικώς προκειμένου να αναγνωριστεί η ακυρότητά της. Στις 18.11.2009 γνωστοποιήθηκε στο αρμόδιο ΚΠΑ2 έλεγχος, που διενεργήθηκε στις 29.10.2009 από την αρμόδια κατά τόπο βάσει της έδρας της εργοδότριας επιχείρησης υπηρεσία του εναγόμενου ΚΠΑ2 Μ…., στην ως άνω εταιρία όπου εργαζόταν η ενάγουσα, σύμφωνα με τον οποίο η επιχείρηση δεν λειτουργούσε και συγκεκριμένα είχε διακόψει τις δραστηριότητές της από την άνοιξη του έτους 2009. Την 19.11.2009 ο διευθυντής του ΚΠΑ 2 Π…… του εναγόμενου ενέκρινε τακτική επιδότηση ανεργίας για το χρονικό διάστημα από 16.10.2009 έως 15.10.2010 (300 ημέρες) σύμφωνα με το άρθρο 27 παρ. 5 του προαναφερθέντος ν.δ. 2961/1954 (περί διακοπής εργασιών εκμετάλλευσης και αδυναμίας καταγγελίας της σχέσης εργασίας και έκδοσης της σχετικής βεβαίωσης του εργοδότη, δυνατότητας λήψης επιδόματος ανεργίας συντρεχουσών των νομίμων προϋποθέσεων και ανάλογης εφαρμογής άρ. 31 του ν.δ. 2698/1953), λόγω διακοπής λειτουργίας της εργοδότριας επιχείρησης, λαμβάνοντας ως ημερομηνία απόλυσης την 07.09.2009, η οποία προέκυπτε από την από 12.10.2009 αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που άσκησε κατά της εργοδότριάς της. Στις 24.09.2010 η εν λόγω επιδότηση της ενάγουσας ανεστάλη με απόφαση του διευθυντή του ΚΠΑ2 Π…… από 20.09.2010 λόγω ανάληψης εργασίας στην εργοδότρια εταιρία «……….» υπό την ειδικότητα της «βοηθού λογιστή» έως 04.01.2011 και (η επιδότηση) συνεχίστηκε κατόπιν λύσης της νέας εργασιακής σχέσης από 05.01.2011 έως 29.01.2011 (21 ημέρες), καθόσον είχε κατατεθεί σχετική αίτηση με ημερομηνία απόλυσης την 27.12.2010 από την ανωτέρω εργοδότρια, εντέλει, δε, της χορηγήθηκε επιδότηση 279 ημερών (από 16.10.2009 έως 15.10.2010). Με την ……./21.04.2011 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που προσκόμισε η ενάγουσα στο εναγόμενο, αναγνωρίστηκε α) η ακυρότητα της από 07.09.2009 καταγγελίας της εν λόγω σύμβασης εργασίας με την εταιρία Π…… Α.Ε. λόγω μη καταβολής της σχετικής αποζημίωσης και η άρνηση της τελευταίας να δεχθεί τις υπηρεσίες της ενάγουσας παρότι συνέχιζε να εξυπηρετεί τους πελάτες της μέσω παρένθετων προσώπων και β) η υποχρέωση της εργοδότριας να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 29.370 ευρώ για μισθούς υπερημερίας μέχρι την ημερομηνία εκδίκασης της αγωγής. Κατόπιν τούτου, ο διευθυντής του ΚΠΑ2 …. με την ………./25.06.2013 απόφασή του προέβη αναδρομικά σε ανάκληση των ως άνω εγκριθεισών επιδοτήσεων, ήτοι της από 16.10.2009 έως 15.10.2010 (279 ημερομίσθια) επιδότησης, της από 05.01.2011 έως 29.01.2011 (21 ημερομίσθια) επιδότησης, αλλά και της από 19.12.2009 έκτακτης οικονομικής ενίσχυσης κοινωνικής αλληλεγγύης που της χορηγήθηκε (ποσού 200 ευρώ) (βλ. χειρόγραφο υπολογισμό επί του σώματος της πράξης αυτής) και σε καταλογισμό συνολικού ύψους 8.455,19 ευρώ, σύμφωνα με το άρθρο 23 παρ. 3 του ν.δ. 2961/1954. Ειδικότερα, το ποσό αυτό αναλύεται, σύμφωνα με τους υπολογισμούς του εναγόμενου, σε α) καταβληθέντα ημερήσια επιδόματα από 16.10.2009 έως 19.09.2010 (279 ημέρες) ποσού 6.589,98 ευρώ, δώρο Χριστουγέννων έτους 2009 ποσού 283,44 ευρώ, δώρο Πάσχα έτους 2010 ποσού 295,25 ευρώ και δώρο Χριστουγέννων έτους 2010 ποσού 590,50 ευρώ, β) καταβληθέντα ημερήσια επιδόματα από 05.01.2011 έως 29.01.2011 (21 ημέρες) ποσού 496,02 ευρώ και από την έκτακτη οικονομική ενίσχυση κοινωνικής αλληλεγγύης ποσού 200 ευρώ. Το ως άνω χρέος κατελόγισε ο εναγόμενος σε βάρος της ενάγουσας και όχι της εργοδότριας Π. Α.Ε. σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 31 του ν.δ. 2698/1953, επειδή δεν είχαν καταβληθεί μισθοί υπερημερίας. Στη συνέχεια, την 23.04.2013, η ενάγουσα μετέβη εκ νέου στο ΚΠΑ2 Π. του εναγόμενου και κατέθεσε αίτηση για τακτική επιδότηση ανεργίας με ημερομηνία καταγγελίας σύμβασης εργασίας την 15.04.2013 στην εργοδότρια Μ. Α.Ε. Ωστόσο, τα όργανα του εναγόμενου, μετά από έλεγχο στις ημέρες απασχόλησης της ενάγουσας, διαπίστωσαν ότι κατά τη διάρκεια της προηγούμενης επιδότησής της (από 16.10.2009 έως 15.10.2010) υπήρχαν βεβαιωμένες ημέρες εργασίας με πράξη επιβολής εισφορών για το χρονικό διάστημα από 08.09.2009 έως 08.12.2010. Σύμφωνα με το Μ…/1711/2010 έγγραφο του Υποκαταστήματος ΙΚΑ Κ….. που προσκόμισε η ενάγουσα στο εναγόμενο, έγινε δεκτή η υποβληθείσα καταγγελία της και διαπιστώθηκε η απασχόλησή της στην εταιρία Π. Α.Ε. Επιπλέον, με τις …. και …/19.08.2011 Π.Ε.Ε. τακτοποιήθηκε η ασφάλιση της ενάγουσας για τη χρονική περίοδο από 08.09.2009 έως 08.12.2010, ήτοι για 379 ημέρες απασχόλησης (βλ. τις σχετικές εγγραφές επί του με ημερομηνία εκτύπωσης 25.06.2013 ατομικού λογαριασμού ασφάλισης της ενάγουσας στο ΙΚΑ χρονικής περιόδου από 01/2008 έως 01/2013). Παράλληλα, βάσει των υποβληθέντων δικαιολογητικών από την αρμόδια υπηρεσία του εναγόμενου εγκρίθηκε στις 25.06.2013 και η τακτική επιδότηση ανεργίας που ζήτησε κατά την απόλυσή της ενάγουσα από την εργοδότρια Μ. Α.Ε. για το χρονικό διάστημα από 23.04.2013 έως 22.04.2014 (300 ημέρες) σύμφωνα με το άρθρο 21 παρ. 6 [7] του ν.δ. 2961/1954. Επιπλέον, ο εναγόμενος Οργανισμός προχώρησε σε συμψηφισμό του χρέους μέσω της αυτοματοποιημένης διαδικασίας του Ολοκληρωμένου Πληροφοριακού Συστήματος (ΟΠΣ) με την εγκριθείσα αυτή επιδότηση χρονικού διαστήματος από 23.04.2013 έως 22.04.2014 της οποίας τα ποσά η ενάγουσα εισέπραξε κατά το ήμισυ, αφού το λοιπό ήμισυ του καταβλητέου ποσού παρακρατήθηκε μηνιαίως. Η ενάγουσα υπέβαλε την …../04.07.2013 αίτηση θεραπείας ενώπιον του Δ.Σ. του εναγόμενου κατά της ανωτέρω απόφασης προβάλλοντας ότι κατά το διάστημα που ανακλήθηκαν οι επιδοτήσεις ήταν άνεργη. Ειδικότερα, προέβαλε ότι α) αφού εξήντλησε την εξάμηνη άδεια μητρότητας που της χορηγήθηκε από την ως άνω εταιρία Π. Α.Ε. επέστρεψε στην εταιρία και βρήκε κλειστές τις εγκαταστάσεις της, β) εργαζόταν στην ανωτέρω εταιρία από το έτος 2001 και από τότε που έκλεισε δεν είχε εισπράξει μέχρι τότε μισθούς, γ) είχε τακτοποιηθεί ασφαλιστικά για το χρονικό διάστημα από τον 9ο/2009 έως 12ο/2010 από το Υποκατάστημα ΙΚΑ Κ. κατόπιν υποβολής σχετικής καταγγελίας και δ) η ίδια ουδέποτε εισέπραξε το επιδικασθέν με την ως άνω αναφερόμενη δικαστική απόφαση ποσό των 29.380 ευρώ για μισθούς υπερημερίας, κατά το χρόνο, δε, της αναζήτησης από τον εναγόμενο του ποσού των 8.455,19 ευρώ για επιδόματα ανεργίας ήταν άνεργη. [Σύμφωνα με τους υπολογισμούς του εναγόμενου, οι οποίοι περιλαμβάνονται στην έκθεση απόψεών του, μετά τον συμψηφισμό προέκυψε το ποσό των 5.647,19 ευρώ ως υπόλοιπο, το οποίο, κατόπιν συμψηφισμού με το οικογενειακό επίδομα του έτους 2013 ποσού 700,80 ευρώ και με το οικογενειακό επίδομα του έτους 2014 ποσού 350,28 ευρώ ανήλθε κατά το χρόνο υποβολής του αιτήματος στο Δ.Σ. του εναγόμενου στο ποσό των 4.596,11 ευρώ (5.647,19 ευρώ – 1.051,08 ευρώ)]. Κατόπιν εξέτασης των στοιχείων, με την ……/02.02.2016 απόφασή του (Θέμα 34ο) το Δ.Σ. του εναγόμενου αποφάσισε α) την απόρριψη του αιτήματός της σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 3 του 1545/1985, την παρ. 1α του άρθρου 5 του Κανονισμού Παροχών Ανεργίας και Στράτευσης και τις διατάξεις των παρ. 23 παρ.3 και 4 του ν.δ. 2961/54 και β) τη μη αναζήτηση από την ενάγουσα του ποσού των 4.596,11 ευρώ. Η απόφαση αυτή κοινοποιήθηκε στην ενάγουσα με το ……./25.02.2016 έγγραφο της προϊσταμένης της διεύθυνσης ασφάλισης του εναγόμενου.

6. Επειδή, ήδη, με την κρινόμενη αγωγή και το από 04.11.2019 νομίμως κατατεθέν υπόμνημα, η ενάγουσα υποστηρίζει ότι ο εναγόμενος παρανόμως ανεκάλεσε την τακτική της επιδότηση λόγω ανεργίας για το ένδικο χρονικό διάστημα, καθόσον δεν μπορεί να καταστεί η τελευταία νόμω αβάσιμη εξαιτίας της δικαστικής αναγνώρισης της ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης, ενώ ουδέποτε εισέπραξε τους επιδικασθέντες μισθούς υπερημερίας ποσού 29.370 ευρώ από την εργοδότριά της. Για την ενίσχυση του ισχυρισμού της επικαλείται και προσκομίζει την ειδική έκθεση του Συνηγόρου του Πολίτη (σ. 62). Επιπλέον, προβάλλει ότι η ανάκληση είναι παράνομη διότι σε καμία περίπτωση δεν προσπάθησε να παραπλανήσει τον εναγόμενο προκειμένου να επιδοτηθεί και συνεπώς αντίκειται στη διάταξη του άρθρου 23 παρ. 3 του ν.δ. 2961/1954, ενώ η υποχρέωση απόδοσης του ποσού που αντιστοιχεί στα καταβληθέντα επιδόματα ανεργίας βαρύνει τον εργοδότη και όχι τον ακύρως απολυθέντα μισθωτό βάσει του άρθρου 31 του ν.δ. 2698/1953. Περαιτέρω, η ενάγουσα προβάλλει ότι η ένδικη αναδρομική ανάκληση πέραν της διετίας από τη δημιουργία δικαιωμάτων είναι αντίθετη στην αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, καθόσον τελούσε σε καλή πίστη όσον αφορά τη νομιμότητα της έγκρισης της επιδότησης πριν και μετά την έκδοση της δικαστικής απόφασης και δεν υπείχε δόλο κατά την είσπραξη των ποσών. Εξάλλου, ο εναγόμενος Ο.Α.Ε.Δ. με το ……/04.09.2019 έγγραφο απόψεων του Γενικού Διευθυντή Εργατικού Δυναμικού αναφέρεται στο ιστορικό της ένδικης υπόθεσης, προβάλλοντας ειδικότερα ότι η ενάγουσα δεν προσκόμισε την …../2011 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (Τμήμα Εργατικών Διαφορών) αμέσως μετά την έκδοσή της, πλην την προσκόμισε όταν της ζητήθηκε από τον εναγόμενο κατόπιν διαπιστώσεων διενεργηθέντος ελέγχου εκ μέρους των οργάνων του περί ασφαλιστικής της τακτοποίησης κατά τη διάρκεια της προηγούμενης επιδότησής της (από 16.10.2009 έως 15.10.2010) με πράξη επιβολής εισφορών του Ι.Κ.Α. για το χρονικό διάστημα από 08.09.2009 έως 08.12.2010.

7. Επειδή, με τα δεδομένα αυτά και σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη της παρούσας, το Δικαστήριο λαμβάνει περαιτέρω υπόψη ότι α) σύμφωνα με το άρθρο 31 του ΝΔ 2698/1953 σε συνδυασμό με το άρθρο 27 παρ. 5 του ν.δ. 2961/1954 περί ΟΑΕΔ, εάν ο επιδοτούμενος άνεργος επιτύχει να ακυρωθεί η γενόμενη απόλυσή του, ο εργοδότης, που οφείλει πλέον να καταβάλει μισθούς υπερημερίας, υποχρεούται να παρακρατήσει απ” αυτόν τα επιδόματα ανεργίας που εισέπραξε ο άνεργος και να τα αποδώσει στον Ο.Α.Ε.Δ., β) δεν συντρέχει περίπτωση αναλογικής εφαρμογής του άρ. 31 του ν.δ. 2698/1953 εν προκειμένω, καθόσον αμφότεροι οι διάδικοι συνομολογούν ότι δεν καταβλήθηκαν στην ενάγουσα οι επιδικασθέντες μισθοί υπερημερίας, γ) ακόμη και αν ήθελε υποτεθεί ότι η επιδότηση ανεργίας που έλαβε η ενάγουσα κατέστη επιγενομένως νόμω αβάσιμη από τη δικαστική αναγνώριση της ακυρότητας της απόλυσής της σύμφωνα με το άρ. 23 παρ. 3 του ν.δ. 2961/1954 με αποτέλεσμα την ένδικη αναδρομική ανάκληση, από κανένα στοιχείο του φακέλου δεν προέκυψε ότι η ενάγουσα προέβη σε αναληθείς δηλώσεις ή αποσιώπηση ουσιωδών περιστατικών για την καταβολή σε αυτή των επιδομάτων ανεργίας όπως ειδικά ορίζεται το ζήτημα της ανάκλησης της επιδότησης στην παρ. 4 του άρθρου 23 του ν.δ. 2961/1954, κατά το βάσιμο σχετικό ισχυρισμό της αγωγής και δ) η έκδοση της ……./25.06.2013 ανακλητικής απόφασης των οργάνων του εναγομένου απέχει μεν από την τελευταία ενέργεια των τελευταίων, ήτοι από τη με ημερομηνία 24.09.2010 απόφασή των περί αναστολής της επιδότησης (για το μη ένδικο χρονικό διάστημα από 20.09.2011 έως 04.01.2011), πλην όμως δεν αποδείχτηκε ο χρόνος προσκόμισης της προεκτεθείσας …./2011 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών εκ μέρους της ενάγουσας ώστε να αποδοθεί σε βάρος της η εν λόγω καθυστέρηση, ούτε όμως και οποιαδήποτε τυχόν καθυστέρηση θα μπορούσε να συνιστά αναληθή δήλωση ή αποσιώπηση ουσιώδους περιστατικού εκ μέρους της, σε κάθε, δε, περίπτωση η απόφαση προσκομίστηκε και χώρησε μετά από αυτό η αναζήτηση των καταβληθέντων περιοδικών παροχών ως αχρεωστήτως καταβληθεισών, κρίνει ότι η ενάγουσα υπέστη ζημία από την ανάκληση των χορηγηθέντων επιδομάτων ανεργίας οφειλόμενη στην ως άνω μη νόμιμη ……./25.06.2013 ανακλητική απόφαση των οργάνων του εναγόμενου ισόποσης με τα ποσά που είχαν συμψηφίστηκαν και παρακρατήθηκαν κατά την καταβολή σε αυτή επιδομάτων ανεργίας σε επόμενο (μη ένδικο) χρονικό διάστημα, προσδιοριζόμενη στο ποσό των (8.455,19 ευρώ οφειλόμενο ποσό βάσει της απόφασης ανάκλησης – 4.596,11 ευρώ ποσό που κρίθηκε ότι δεν έπρεπε να αναζητηθεί από την ενάγουσα βάσει της …../02.02.2016 απόφασης του Δ.Σ. του εναγόμενου) 3.859,08 ευρώ. Επομένως, πρέπει να αναγνωριστεί ότι ο εναγόμενος Ο.Α.Ε.Δ. οφείλει να καταβάλει, για την αιτία αυτή, στην ενάγουσα το ανωτέρω ποσό.

8. Επειδή, κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, η κρινόμενη αγωγή πρέπει να γίνει δεκτή και να αναγνωριστεί η υποχρέωση του εναγόμενου να καταβάλει στην ενάγουσα, κατά τα αναφερόμενα στην προηγούμενη σκέψη, το ποσό των 3.859,08 ευρώ. Εξάλλου, το ως άνω ποσό πρέπει να αναγνωριστεί η υποχρέωση του εναγόμενου να το καταβάλει σε αυτή εντόκως με επιτόκιο 6% ετησίως από την επίδοση της κρινόμενης αγωγής στον εναγόμενο Οργανισμό που έγινε με επιμέλεια της ενάγουσας στις 12.08.2016 (βλ. σχετ. την 3607Α΄ έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Αθηνών Α.Κ., έως τις 30.04.2019, σύμφωνα με το άρθρο 21 του Κώδικα Νόμων περί δικών του Δημοσίου και το άρθρο 14 παρ. 1 του ν. 1545/1985-Α΄91) (ΑΕΔ 25/2012, ΣτΕ 1613/2016) και από 01.05.2019 έως την εξόφληση (ΟλΣτΕ 482/2018), με επιτόκιο υπολογιζόμενο σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 45 παρ. 1 του ν. 4607/2019 (Α΄/24.04.2019), γενομένου δεκτού του αιτήματος της ενάγουσας. Εξάλλου, το αίτημα κήρυξης της απόφασης προσωρινώς εκτελεστής πρέπει να απορριφθεί ως νόμω αβάσιμο, προεχόντως, διότι αυτό προϋποθέτει καταψηφιστική και όχι αναγνωριστική -κατά μετατροπή του αιτήματος- αγωγή, όπως εν προκειμένω (άρθρα 199 παρ. 1 και 80 παρ. 3 του ΚΔΔ). Τέλος, το Δικαστήριο, κατ΄ εκτίμηση των περιστάσεων, κρίνει ότι ο εναγόμενος πρέπει να απαλλαγεί από τα δικαστικά έξοδα της ενάγουσας (άρ. 275 παρ. 1 εδ. ε΄ του ΚΔΔ).

ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ

Δέχεται την αγωγή.

Αναγνωρίζει την υποχρέωση του εναγόμενου Ο.Α.Ε.Δ. να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 3.859,08 ευρώ με επιτόκιο 6% ετησίως από την επίδοση της αγωγής (12.08.2016) έως τις 30.04.2019 και από 01.05.2019 έως την εξόφληση με επιτόκιο υπολογιζόμενο σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 45 παρ. 1 του ν. 4607/2019.

Απαλλάσσει τον εναγόμενο από τη δικαστική δαπάνη της ενάγουσας.

Η απόφαση δημοσιεύθηκε στον Πειραιά, στο ακροατήριο του Δικαστηρίου κατά την έκτακτη δημόσια συνεδρίαση της 27-05-2020.