Αναδρομική διαγραφή ασφαλισμένου ΕΦΚΑ (πρώην ΟΓΑ)

Αριθμός: 45/2021

ΤΟ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΜΥΤΙΛΗΝΗΣ ΤΡΙΜΕΛΕΣ

Συνεδρίασε δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 21 Οκτωβρίου 2020, ημέρα Τετάρτη και ώρα 10:00, με δικαστές τους: Ιωάννα Θεοδωροπούλου, Πρόεδρο Πρωτοδικών Διοικητικών Δικαστηρίων, Χρήστο Βαρδίκο και Ανθούλα Μόσχοβα (εισηγήτρια), Πρωτοδίκες Διοικητικών Δικαστηρίων, και γραμματέα την Αικατερίνη Μπάτσαρη, δικαστική υπάλληλο,

για να δικάσει την προσφυγή με αριθμό πράξης κατάθεσης ΠΡ166/03-06-2019,

της Α. Μ. του Γ., κατοίκου .. Λέσβου, η οποία παραστάθηκε αυτοπροσώπως,

κατά του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία «Ενιαίος Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης» (Ε.Φ.Κ.Α.), και ήδη «Ηλεκτρονικός Εθνικός Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης» (e-Ε.Φ.Κ.Α.), όπως μετονομάστηκε με τη διάταξη του άρθρου 1 του ν. 4670/2020 (Α´ 43/28-02-2020), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται από τον Διοικητή του, για τον οποίο παραστάθηκε ο πληρεξούσιος δικηγόρος Στυλιανός Κίνδερλης, δυνάμει της κατατεθείσας στις 20-10-2020 δήλωσης του άρθρου 133 παρ. 2 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (Κ.Δ.Δ.).

Κατά τη συζήτηση, η διάδικος που παραστάθηκε στο ακροατήριο ανέπτυξε τους ισχυρισμούς της και ζήτησε όσα αναφέρονται στα πρακτικά.

Μετά τη δημόσια συνεδρίαση, το Δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη.

Αφού μελέτησε τη δικογραφία

Σκέφτηκε κατά το νόμο

1. Επειδή, με την κρινόμενη προσφυγή, για την άσκηση της οποίας καταβλήθηκε το νόμιμο ποσό παραβόλου ύψους 25 ευρώ (βλ. το με αριθμό 2834920529590826055/ 25-06-2019 ηλεκτρονικό παράβολο σε συνδυασμό με την από 25-06-2019 απόδειξη συναλλαγής της Τράπεζας Πειραιώς), ζητείται, παραδεκτώς, η ακύρωση της με αριθμό …./ ΚΥ/ 06-03-2019 απόφασης του, κατά το άρθρο 40 του Καταστατικού Ασφάλισης και Συνταξιοδότησης Αγροτών (π.δ. 78/1998, Α’ 72), αρμόδιου για την εκδίκαση ενστάσεων οργάνου του καθ’ ου, με την οποία απορρίφθηκε ένσταση της προσφεύγουσας κατά της με αριθμό …/18-09-2018 απόφασης της Αναπληρώτριας Προϊσταμένης του Τμήματος ΙΓ2 Υπαγωγής στην Ασφάλιση της Α’ Διεύθυνσης Κύριας Ασφάλισης Αγροτών του καθ’ ου. Με την τελευταία αυτή πράξη απορρίφθηκε η από 22-12-2016 αίτηση της προσφεύγουσας για διαγραφή της από τα Μητρώα Ασφαλισμένων του Κλάδου Κύριας Ασφάλισης Αγροτών του Ο.Γ.Α. από 01-01-1998.

2. Επειδή, στο άρθρο 2 του ν. 4169/1961 «Περί Γεωργικών Κοινωνικών Ασφαλίσεων» (Α’ 81) ορίζεται ότι: «1. Εις την ασφάλισιν του παρόντος νόμου υπάγονται αυτοδικαίως πάντα τα πρόσωπα, άτινα απασχολούνται εν Ελλάδι κατά κύριον επάγγελμα, εξ ου και αντλούν τον βιοπορισμόν αυτών, εις την αγροτική οικονομίαν. 2. Ειδικώτερον εις την ασφάλισιν, κατά την έννοιαν της προηγουμένης παραγράφου 1, υπάγονται: α) οι ιδιοκτήται γεωργικών εκμεταλεύσεων, ιδία αγρών, λειβαδιών, φυτειών, δασικών εκτάσεων, εφ` όσον εκμεταλλεύονται ταύτας προς παραγωγικούς σκοπούς, ιδίω αυτών ονόματι και δια προσωπικής αυτών εργασίας (χειρονακτικής ή συστηματικής αυτεπιστασίας), β) οι ιδίω αυτών ονόματι και δια προσωπικής αυτών εργασίας εκμεταλλευόμενοι τας εν εδαφίω α` της παρούσης παραγράφου γεωργικάς εκμεταλλεύσεις, …». Εξάλλου, με το ν. 2458/1997 (Α’ 15) συστάθηκε στον Οργανισμό Γεωργικών Ασφαλίσεων (Ο.Γ.Α.) αυτοτελής Κλάδος Κύριας Ασφάλισης Αγροτών (άρθρο 1), στην ασφάλιση του οποίου υπάγονται υποχρεωτικά και αυτοδίκαια όλα τα πρόσωπα που ασφαλίζονται στον Ο.Γ.Α., σύμφωνα με τις ισχύουσες κάθε φορά διατάξεις (άρθρο 2). Βάσει της εξουσιοδοτικής διάταξης του άρθρου 16 του ανωτέρω νόμου εκδόθηκε το π.δ. 78/1998 «Καταστατικό Ασφάλισης και Συνταξιοδότησης Αγροτών» (Α’ 72), στο άρθρο 4 του οποίου ορίζεται ότι: «1. Η ασφαλιστική σχέση του ασφαλισμένου με τον Κλάδο Κύριας Ασφάλισης αρχίζει από το χρόνο έναρξης άσκησης επαγγέλματος, για το οποίο, σύμφωνα με την κείμενη κάθε φορά σχετική νομοθεσία, υπάγεται στην ασφάλιση του ΟΓΑ. 2. Η ιδιότητα του ασφαλισμένου του Κλάδου Κύριας Ασφάλισης Αγροτών και του υπόχρεου καταβολής ασφαλιστικών εισφορών που προβλέπονται από τις διατάξεις του Ν. 2458/1997, αποδεικνύεται με την εγγραφή στα Μητρώα Ασφαλισμένων που καταρτίζονται και τηρούνται κατά το παρόν Καταστατικό», στο άρθρο 6 ορίζεται ότι: «1. Αρμόδια Όργανα για την εγγραφή στα Μητρώα είναι τα Όργανα ασφάλισης, που αναφέρονται στο άρθρο 3 του παρόντος Καταστατικού, του τόπου κατοικίας του ασφαλισμένου. 2. Το Όργανο ασφάλισης, πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο, εφόσον δεν έχει άμεση αντίληψη για την προσωπική κατάσταση, το βιοποριστικό επάγγελμα, την αγροτική περιουσία και τον τόπο κατοικίας του προσώπου που πρόκειται να εγγραφεί στα Μητρώα, μπορεί να ζητά από τον ενδιαφερόμενο ή αυτεπάγγελτα: α. Βεβαίωση για την εγγραφή στα Μητρώα Αγροτών και Αγροτικών Εκμεταλλεύσεων (Μ.Α.Α.Ε.) που καταρτίζονται και τηρούνται κατά τις διατάξεις του Ν. 2332/1995. β. Βεβαιώσεις για την επαγγελματική δραστηριότητα, το βιοπορισμό, την αγροτική περιουσία και γενικά για τα μέσα, τον τρόπο και τον τόπο άσκησης του επαγγέλματος: -του αρμόδιου Αγρονόμου, -της αρμόδιας συνεταιριστικής ή επαγγελματικής οργάνωσης, -αρμοδίων Δημοσίων Υπηρεσιών ή Υπηρεσιών Νομαρχιακής ή Τοπικής Αυτοδιοίκησης. γ. Βεβαίωση άλλων ασφαλιστικών οργανισμών για την ασφαλιστική κατάσταση. δ. Οποιοδήποτε άλλο στοιχείο ή πληροφορία θεωρηθούν απαραίτητα, προκειμένου να κριθεί, αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις υπαγωγής στην ασφάλιση του ΟΓΑ και εγγραφής στα Μητρώα Ασφαλισμένων», στο άρθρο 7 ορίζεται ότι: «1. Η εγγραφή στα Μητρώα Ασφαλισμένων γίνεται, είτε αυτεπάγγελτα από τα αρμόδια, κατά τις διατάξεις του ανωτέρω άρθρου 6 του παρόντος Όργανα, είτε με αίτηση του ενδιαφερόμενου. …», στο άρθρο 10 ορίζεται ότι: «1. Οι Ανταποκριτές του ΟΓΑ σε κάθε Δήμο ή Κοινότητα είναι υποχρεωμένοι να παρακολουθούν και να αναγγέλλουν στην αρμόδια Υπηρεσία του ΟΓΑ τις μεταβολές που επέρχονται στην προσωπική και επαγγελματική κατάσταση των ασφαλισμένων που κατοικούν στην περιφέρειά τους, οι οποίες έχουν ως συνέπεια τη διακοπή της ασφάλισης ή τη διαγραφή από τα Μητρώα Ασφαλισμένων του Κλάδου, επισυνάπτοντας και τα απαραίτητα δικαιολογητικά. 2. Ο ασφαλισμένος του Κλάδου έχει υποχρέωση να γνωστοποιεί στον Ανταποκριτή του ΟΓΑ του τόπου κατοικίας του ή στο αρμόδιο Όργανο απογραφής κάθε μεταβολή στην προσωπική και επαγγελματική του κατάσταση που έχει ως συνέπεια τη διακοπή της ασφάλισης ή τη διαγραφή του από τα Μητρώα ασφαλισμένων του Κλάδου. …» και στο άρθρο 11 ορίζεται ότι: «1. Η ασφάλιση στον Κλάδο διακόπτεται από την 1η του μήνα εκείνου που ο ασφαλισμένος: α) Σταματάει να ασκεί επάγγελμα για το οποίο ασφαλίζεται στον ΟΓΑ. β) … 2. Σε περίπτωση που αποδειχθεί, ότι πρόσωπο που έχει εγγραφεί στα Μητρώα Ασφαλισμένων του Κλάδου δεν υπήγετο στην ασφάλιση του ΟΓΑ, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις της περί ΟΓΑ Νομοθεσίας, το πρόσωπο αυτό διαγράφεται από τα Μητρώα του Κλάδου, με απόφαση του Προϊσταμένου του Κλάδου Κύριας Ασφάλισης Αγροτών του ΟΓΑ ή του Προϊσταμένου της αρμόδιας Περιφερειακής Υπηρεσίας του ΟΓΑ …».

3. Επειδή, περαιτέρω, στο άρθρο 6 του ν. 3050/2002 (Α’ 214) οριζόταν αρχικά ότι «1.α) Η κατά κύριο επάγγελμα απασχόληση στην αγροτική οικονομία κατά την έννοια της παραγράφου 1 του άρθρου 2 του ν. 4169/1961 (ΦΕΚ 81 Α), όπως ισχύει, αποδεικνύεται από το εκκαθαριστικό της αρμόδιας Δημόσιας Οικονομικής Υπηρεσίας (Δ.Ο.Υ.) εφόσον τα εκκαθαρισθέvτα εισοδήματα προέρχονται από γεωργικές επιχειρήσεις. β) Σε περίπτωση που ο απασχολούμενος στην αγροτική οικονομία δεν υποχρεούται σε υποβολή φορολογικής δηλώσεως, η κατά κύριο επάγγελμα απασχόληση στην αγροτική οικονομία αποδεικνύεται με τα δικαιολογητικά που προβλέπονται από τα εδάφια α’, β’ και γ’ της παραγράφου 2 του άρθρου 6 του π.δ. 78/1998 (ΦΕΚ 72 Α), όπως ισχύει, γ) Σε περίπτωση που δεν υπάρχουν τα ανωτέρω δικαιολογητικά, η κατά κύριο επάγγελμα απασχόληση στην αγροτική οικονομία αποδεικνύεται με την άμεση αντίληψη των αρμόδιων οργάνων του άρθρου 3 του ίδιου προεδρικού Διατάγματος, δ) Σε περίπτωση που δηλώνονται εισοδήματα και από άλλες επαγγελματικές δραστηριότητες, η κατά κύριο επάγγελμα απασχόληση στην αγροτική οικονομία αποδεικνύεται από το εκκαθαριστικό της αρμόδιας Δ.Ο. Υ., εφόσον το 50% και πλέον του συνολικού ετήσιου εισοδήματος προέρχεται από γεωργικές επιχειρήσεις, με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 9 παρ. 1 εδάφια β` και γ` του παρόντος…» και, μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 53 παρ. 1 του ν. 3518/2006 (Α΄ 272), ορίζεται ότι: «1.α) Η κατά κύριο επάγγελμα απασχόληση στην αγροτική οικονομία κατά την έννοια της παραγράφου 1 του άρθρου 2 του ν. 4169/1961 (ΦΕΚ Α΄ 81), όπως ισχύει, αποδεικνύεται από το εκκαθαριστικό της αρμόδιας Δημόσιας Οικονομικής Υπηρεσίας (Δ.Ο.Υ.) εφόσον τα εκκαθαρισθέντα εισοδήματα προέρχονται από γεωργικές επιχειρήσεις. β) Σε περίπτωση που ο απασχολούμενος στην αγροτική οικονομία δεν υποχρεούται σε υποβολή φορολογικής δηλώσεως, η κατά κύριο επάγγελμα απασχόληση στην αγροτική οικονομία αποδεικνύεται με τα δικαιολογητικά που προβλέπονται από τα εδάφια α΄ , β΄, και γ΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 6 του π.δ. 78/1998 (ΦΕΚ 72 Α΄), όπως ισχύει. γ) Σε περίπτωση που δεν υπάρχουν τα ανωτέρω δικαιολογητικά, η κατά κύριο επάγγελμα απασχόληση στην αγροτική οικονομία αποδεικνύεται με την άμεση αντίληψη των αρμόδιων οργάνων του άρθρου 3 του ίδιου προεδρικού διατάγματος. 2. …».

4. Επειδή, κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, προϋπόθεση για την υπαγωγή στην ασφάλιση του Ο.Γ.Α. αποτελεί η εκ μέρους του ενδιαφερομένου άντληση των μέσων βιοπορισμού του από την απασχόλησή του, κατά κύριο επάγγελμα, στην αγροτική οικονομία (βλ. ΣτΕ 1078, 1000/2020, 2921/2013). Περαιτέρω, για να είναι αιτιολογημένη η κρίση των αρμοδίων οργάνων του Ο.Γ.Α. και, σε περίπτωση αμφισβήτησης, αυτή των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, σχετικά με τον βιοπορισμό του ασφαλισμένου από την απασχόλησή του, κατά κύριο επάγγελμα, στην αγροτική οικονομία, πρέπει να προκύπτει, κατά το μεγαλύτερο διάστημα της επίμαχης περιόδου, το ύψος του εισοδήματος του ασφαλισμένου από την ως άνω απασχόληση και να περιέχεται κρίση ότι το εισόδημα αυτό, ενόψει του τόπου της κατοικίας του και των ειδικότερων συνθηκών, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, επαρκεί για τον βιοπορισμό του (βλ. ΣτΕ 1078/2020, 2843, 2152/2017, 2679/2015, 1081/2009 επτ.). Όταν δε πρόκειται για έγγαμη γυναίκα, η οποία απασχολείται αυτοτελώς με γεωργικές εργασίες, θεωρείται ότι αυτή πληροί την ως άνω προϋπόθεση της υπαγωγής της στην ασφάλιση του Ο.Γ.Α. όταν διαπιστώνεται ότι αντλεί τον βιοπορισμό της από την απασχόλησή της αυτή, χωρίς να απαιτείται να γίνεται σύγκριση των εισοδημάτων της με το εισόδημα του συζύγου της, όταν αυτός ασκεί άλλο επάγγελμα (βλ. ΣτΕ 1078/2020, 2125/2017, 1158/2016). Επιπλέον, μετά την έναρξη ισχύος του ν. 3050/2002 (13-09-2002), ο οποίος, σύμφωνα με την εισηγητική του έκθεση, με τα αντικειμενικά κριτήρια που εισήγαγε αντικατέστησε το προηγούμενο σύστημα απόδειξης, το οποίο στηριζόταν στην υποκειμενική κρίση των οργάνων του Ο.Γ.Α., η απόδειξη της άντλησης ή μη των μέσων βιοπορισμού από την άσκηση γεωργικών εργασιών, η οποία αποτελεί κατά νόμο απαραίτητη προϋπόθεση για την απόδειξη της αγροτικής ιδιότητας και τη θεμελίωση του δικαιώματος λήψης σύνταξης από τον Ο.Γ.Α., αποδεικνύεται, καταρχήν, από τα εκκαθαριστικά της αρμόδιας Δ.Ο.Υ., κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 6 παρ. 1 περ. α’ του ν.3050/2002. Μόνο δε στην περίπτωση που ο απασχολούμενος στην αγροτική οικονομία δεν υποχρεούται σε υποβολή φορολογικής δήλωσης, η απόδειξη της αγροτικής ιδιότητας δύναται να γίνει με χρήση των λοιπών βεβαιώσεων του αγρονόμου, των συνεταιριστικών οργανώσεων και των δημοσίων υπηρεσιών, τα οποία, άλλωστε, δύναται να ζητούνται και από τα ασφαλιστικά όργανα του Ο.Γ.Α., όταν τα τελευταία δεν έχουν άμεση αντίληψη για την αγροτική απασχόληση του ενδιαφερόμενου, τελικώς δε και με τις βεβαιώσεις των ασφαλιστικών οργάνων του Ο.Γ.Α. που έχουν άμεση αντίληψη της αγροτικής αυτής απασχόλησης (βλ. ΣτΕ 1375, 1078/2020, 1828/2018).

5. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής: Η προσφεύγουσα γεννήθηκε στις …-1953, κατοικεί στη …. Λέσβου, απεγράφη στα Μητρώα του Κλάδου Κύριας Ασφάλισης Αγροτών του Ο.Γ.Α. από 01-01-1998 και διεγράφη λόγω χηρείας την 01-03-2010, χωρίς να προκύπτει η καταβολή ασφαλιστικών εισφορών κατά το παραπάνω χρονικό διάστημα. Με τη με αριθμό …./22-12-2016 αίτησή της προς τον Ο.Γ.Α., ζήτησε τη διαγραφή της από τα Μητρώα Ασφαλισμένων του Κλάδου Ασφάλισης και την αναδρομική διακοπή της ασφάλισής της από 01-01-1998, ισχυριζόμενη ότι ουδέποτε ασχολήθηκε στην αγροτική εκμετάλλευση ως κύριο βιοποριστικό επάγγελμα, ότι ο βιοπορισμός της οικογενείας της προερχόταν σχεδόν αποκλειστικά από το μισθό του συζύγου της και από εισοδήματα προερχόμενα από μίσθωση ακινήτων, ότι το εμφανιζόμενο στις φορολογικές της δηλώσεις γεωργικό εισόδημα αφορά αποκλειστικά τεκμαρτό εισόδημα λόγω μακροχρόνιας παραχώρησης των γαιών της σε τρίτους και ότι από το 1998 μέχρι και το θάνατο του συζύγου της, στις 27-12-2009, κατοικούσε, μαζί με την οικογένειά της, κυρίως στην Αθήνα. Η αίτηση αυτή απορρίφθηκε με τη με αριθμό ….18-09-2018 απόφαση της Αναπληρώτριας Προϊσταμένης του Τμήματος ΙΓ2 Υπαγωγής στην Ασφάλιση της Α’ Διεύθυνσης Κύριας Ασφάλισης Αγροτών του καθ’ ου, με την αιτιολογία ότι από τα δικαιολογητικά που συνυποβλήθηκαν με την αίτηση, και ειδικότερα από τα εκκαθαριστικά σημειώματα φόρου εισοδήματος οικονομικών ετών 1999-2010, προκύπτει ότι κατά το χρονικό διάστημα από 01-01-1998 έως 28-02-2010 η προσφεύγουσα απασχολήθηκε ενεργά, συστηματικά και κατά κύριο βιοποριστικό επάγγελμα στην αγροτική οικονομία, δεδομένου ότι υπάρχουν εκκαθαρισθέντα εισοδήματα προερχόμενα από γεωργικές επιχειρήσεις. Την απόφαση αυτή η προσφεύγουσα προσέβαλε με τη με αριθμό πρωτ. …../ 19-12-2018 ένσταση ενώπιον του κατά το άρθρο 40 του Καταστατικού Ασφάλισης και Συνταξιοδότησης Αγροτών (π.δ. 78/1998), αρμόδιου για την εκδίκαση ενστάσεων οργάνου του καθ’ ου, προβάλλοντας ότι ουδέποτε οι αγροτικές εργασίες αποτέλεσαν την κατά κύριο βιοποριστικό επάγγελμα απασχόλησή της, ότι δεν είχε προσωπικά εισοδήματα από αγροτική δραστηριότητα, παρά μόνο από εκμίσθωση αγροτικών γαιών και ότι ουδέποτε έλαβε την οποιαδήποτε επιδότηση ή ενίσχυση. Με την προσβαλλόμενη απόφαση, η ως άνω ένσταση απορρίφθηκε, αφού συνεκτιμήθηκε ότι η προσφεύγουσα στις φορολογικές της δηλώσεις κατά τα κρίσιμα έτη δήλωνε, αφενός ως επάγγελμα εκείνο της αγρότισσας και, αφετέρου, δήλωνε εισοδήματα από εκμίσθωση κατοικιών, ξενοδοχείων κλπ. και όχι από εκμίσθωση γαιών, και κρίθηκε ότι, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι το συνολικό ποσό εισοδήματος που προέρχεται από την απασχόληση της προσφεύγουσας στην αγροτική οικονομία υπολείπεται σημαντικά εκείνου που προέρχεται από εκμισθώσεις ακινήτων, αυτή απασχολήθηκε κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα παράλληλα στην αγροτική εκμετάλλευση ως βιοποριστικό επάγγελμα, αφού, επ’ ευκαιρία της εν λόγω ανασχόλησής της ως αγρότισσας κατά κύριο επάγγελμα, ελάμβανε ποσά από τις αρμόδιες υπηρεσίες για οικονομική ενίσχυσή της, τα οποία μάλιστα εξέπιπταν από τη φορολογία εισοδήματος.

6. Επειδή, ήδη, με την κρινόμενη προσφυγή η προσφεύγουσα ζητά την ακύρωση της προσβαλλόμενης απόφασης, επαναλαμβάνοντας όλα όσα ισχυρίστηκε στην από 22-12-2016 αίτηση και στην από 19-12-2018 ένστασή της. Προβάλλει, δε, κατά κύριο λόγο, ότι ουδέποτε απασχολήθηκε κατά κύριο βιοποριστικό επάγγελμα με τις αγροτικές εργασίες. Προς απόδειξη των ισχυρισμών της, η προσφεύγουσα επικαλείται και προσκομίζει τις δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος οικονομικών ετών 1998 έως 2010, από τις οποίες, σε συνδυασμό με τα εκκαθαριστικά σημειώματα των αντίστοιχων ετών, προκύπτει ότι η προσφεύγουσα, μεταξύ άλλων, δήλωσε: α) το έτος 1997 ακαθάριστο εισόδημα από εκμίσθωση κατοικιών, ξενοδοχείων κ.τ.λ. 2.400.000 δρχ., καθαρά κέρδη από ατομική γεωργική επιχείρηση με βάση το αντικειμενικό σύστημα 673.100 δρχ., εισόδημα από αγροτικές ενισχύσεις κάθε είδους 2.500.000 δρχ. και επάγγελμα αγρότισσα, β) το έτος 1998 καθαρό εισόδημα από εκμίσθωση κατοικιών, ξενοδοχείων κ.τ.λ. 2.187.000 δρχ., καθαρά κέρδη από ατομική γεωργική επιχείρηση με βάση το αντικειμενικό σύστημα 625.060 δρχ. και επάγγελμα αγρότισσα, γ) το έτος 1999 καθαρό εισόδημα από εκμίσθωση κατοικιών, ξενοδοχείων κ.τ.λ. 2.484.000 δρχ., καθαρά κέρδη από ατομική γεωργική επιχείρηση με βάση το αντικειμενικό σύστημα 232.360 δρχ., εισόδημα από αποζημιώσεις 500.000 δρχ. και επάγγελμα γεωργικές επιχειρήσεις, δ) το έτος 2000 καθαρό εισόδημα από εκμίσθωση κατοικιών, ξενοδοχείων κ.τ.λ. 1.512.000 δρχ., καθαρά κέρδη από ατομική γεωργική επιχείρηση με βάση το αντικειμενικό σύστημα 285.878 δρχ., εισόδημα από αποζημιώσεις 500.000 δρχ. και επάγγελμα γεωργικές επιχειρήσεις, ε) το έτος 2001, καθαρά κέρδη από ατομική γεωργική επιχείρηση με βάση το αντικειμενικό σύστημα 352.500 δρχ. και εισόδημα από αποζημιώσεις 500.000 δρχ., στ) το έτος 2002 καθαρό εισόδημα από εκμίσθωση κατοικιών, ξενοδοχείων κ.τ.λ. 3.169,44 ευρώ και καθαρά κέρδη από ατομική γεωργική επιχείρηση με βάση το αντικειμενικό σύστημα 934,94 ευρώ, ζ) το έτος 2003 καθαρό εισόδημα από εκμίσθωση κατοικιών, ξενοδοχείων κ.τ.λ. 3.803,33 ευρώ και καθαρά κέρδη από ατομική γεωργική επιχείρηση με βάση το αντικειμενικό σύστημα 934,94 ευρώ, η) το έτος 2004 καθαρό εισόδημα από εκμίσθωση κατοικιών, ξενοδοχείων κ.τ.λ. 2.772,00 ευρώ και καθαρά κέρδη από ατομική γεωργική επιχείρηση με βάση το αντικειμενικό σύστημα 1.290,43 ευρώ, θ) το έτος 2005 καθαρό εισόδημα από εκμίσθωση κατοικιών, ξενοδοχείων κ.τ.λ. 4.752,00 ευρώ και καθαρά κέρδη από ατομική γεωργική επιχείρηση με βάση το αντικειμενικό σύστημα 1.300,78 ευρώ, ι) το έτος 2006 καθαρό εισόδημα από εκμίσθωση κατοικιών, ξενοδοχείων κ.τ.λ. 3.960,00 ευρώ και καθαρά κέρδη από ατομική γεωργική επιχείρηση με βάση το αντικειμενικό σύστημα 1.209,71 ευρώ, ια) το έτος 2007 καθαρά κέρδη από ατομική γεωργική επιχείρηση με βάση το αντικειμενικό σύστημα 1.152,10 ευρώ, ιβ) το έτος 2008 καθαρά κέρδη από ατομική γεωργική επιχείρηση με βάση το αντικειμενικό σύστημα 1.044,33 ευρώ, ιγ) το έτος 2009 καθαρό εισόδημα από κύριες συντάξεις 12.635,67 ευρώ, καθαρά κέρδη από ατομική γεωργική επιχείρηση με βάση το αντικειμενικό σύστημα 939,33 ευρώ. Αντιθέτως, ο καθ’ ου ασφαλιστικός φορέας, με τη με αριθμό πρωτ. 819507/ 08-10-2020 έκθεση απόψεών του, υπεραμύνεται της νομιμότητας της προσβαλλόμενης απόφασης και ζητά την απόρριψη της προσφυγής.

7. Επειδή, με τα δεδομένα αυτά και σύμφωνα με τις διατάξεις που προεκτέθηκαν και ερμηνεύθηκαν, το Δικαστήριο λαμβάνει, ειδικότερα, υπόψη ότι: α) για την υπαγωγή στην ασφάλιση του Ο.Γ.Α. απαιτείται η εκ μέρους του ενδιαφερομένου άντληση των μέσων βιοπορισμού του από την απασχόλησή του, κατά κύριο επάγγελμα, στην αγροτική οικονομία ή η απασχόλησή του με αμοιβή, σε αγροτικές εργασίες και β) στην προκείμενη περίπτωση, όμως, δεν πληρούται η ανωτέρω προϋπόθεση, καθ’ όσον, από τις δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος και τα αντίστοιχα εκκαθαριστικά σημειώματα που προσκομίσθηκαν ενώπιον των αρμοδίων οργάνων του καθ’ ου και ενώπιον του Δικαστηρίου, προκύπτει ότι τα δηλωθέντα καθαρά εισοδήματα της προσφεύγουσας από γεωργικές επιχειρήσεις παρίστανται ιδιαιτέρως χαμηλά (673.000 δρχ. για το έτος 1997, 625.060 δρχ. για το έτος 1998, 232.360 δρχ. για το έτος 1999, 285.878 δρχ. για το έτος 2000, 352.500 δρχ. για το έτος 2001, 934,94 ευρώ για το έτος 2002, 934,94 ευρώ για το έτος 2003, 1.290,43 ευρώ για το έτος 2004, 1.300,78 ευρώ για το έτος 2005, 1.209,71 ευρώ για το έτος 2006, 1.152,10 ευρώ για το έτος 2007, 1.044,33 ευρώ για το έτος 2008 και 939,33 ευρώ για το έτος 2009) και δεν θεωρούνται, κατά κοινή πείρα, ικανά να θεμελιώσουν τον βιοπορισμό της από την αγροτική οικονομία και να εξασφαλίσουν την κάλυψη των στοιχειωδών βιοτικών αναγκών της (διατροφή, ένδυση, πάγια μηνιαία έξοδα), ενόψει και των ειδικότερων συνθηκών που επικρατούσαν, κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα, στην περιοχή της κατοικίας της (Δήμος Λέσβου). Ούτε, άλλωστε, το ύψος των εισπραχθεισών από την προσφεύγουσα αγροτικών επιδοτήσεων (2.500.000 δρχ. το έτος 1997, 500.000 δρχ. το έτος 1999, 500.000 δρχ. το έτος 2000 και 500.000 δρχ. το έτος 2001) δύναται να θεωρηθεί, συνδυαζόμενο με τα λοιπά αγροτικά της εισοδήματα, επαρκές για τον βιοπορισμό της. Τα ανωτέρω, εξάλλου, δεν αναιρούνται από το γεγονός ότι η προσφεύγουσα στις φορολογικές δηλώσει των ετών 1997-2000 δήλωνε επάγγελμα αγρότισσα. Κατόπιν τούτων, το Δικαστήριο κρίνει ότι η προσφεύγουσα, από 01-01-1998 έως 01-03-2010, δεν απασχολήθηκε κατά κύριο βιοποριστικό επάγγελμα με την αγροτική οικονομία. Συνεπώς, το κατά το άρθρο 40 του Καταστατικού Ασφάλισης και Συνταξιοδότησης Αγροτών αρμόδιο όργανο του καθ’ ου, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε την ένσταση της προσφεύγουσας και, επικυρώνοντας την …./18-09-2018 απόφαση της αρμόδιας Προϊσταμένης του καθ’ ου και δέχθηκε ότι ορθώς απορρίφθηκε η προρρηθείσα αίτηση της προσφεύγουσας περί αναδρομικής, από 01-01-1998, διαγραφής της από τα Μητρώα Κύριας Ασφάλισης Αγροτών, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τα πραγματικά περιστατικά, κατ’ αποδοχή ως βάσιμου του σχετικώς προβαλλόμενου λόγου της προσφυγής. Απορρίπτονται δε ως αβάσιμα τα όσα περί του αντιθέτου προβάλλονται από το καθ’ ου.

8. Επειδή, κατ’ ακολουθία, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη προσφυγή και να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Περαιτέρω, το καταβληθέν παράβολο πρέπει να αποδοθεί στην προσφεύγουσα (άρθρο 277 παρ. 9 εδ. α΄ Κ.Δ.Δ), ενώ κατ’ εκτίμηση των περιστάσεων πρέπει να απαλλαγεί το καθ’ ου από τα δικαστικά έξοδα της προσφεύγουσας (άρθρο 275 παρ. 1 εδ. ε’ του Κ.Δ.Δ.).

ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ

Δέχεται την προσφυγή.

Ακυρώνει τη με αριθμό …../ ΚΥ/ 06-03-2019 απόφαση του αρμόδιου, κατά το άρθρο 40 του Καταστατικού Ασφάλισης και Συνταξιοδότησης Αγροτών (π.δ. 78/1998), για την εκδίκαση ενστάσεων οργάνου του καθ’ ου.

Αποφαίνεται ότι το καθ’ ου ν.π.δ.δ. έπρεπε να προβεί στην αναδρομική, από 01-01-1998, διαγραφή της προσφεύγουσας από τα Μητρώα Ασφαλισμένων του Κλάδου Κύριας Ασφάλισης Αγροτών.

Διατάσσει την απόδοση του καταβληθέντος παραβόλου, ποσού είκοσι πέντε (25) ευρώ, στην προσφεύγουσα.

Απαλλάσσει το καθ’ ου από τα δικαστικά έξοδα της προσφεύγουσας.

Η διάσκεψη του Δικαστηρίου έγινε στη Μυτιλήνη στις 26 Ιανουαρίου 2021 και η απόφαση δημοσιεύτηκε στον ίδιο τόπο, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του Δικαστηρίου στις 5 Φεβρουαρίου 2021, χωρίς την παρουσία των διαδίκων.

 

Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ                                                          Η ΕΙΣΗΓΗΤΡΙΑ

Ιωάννα Θεοδωροπούλου                                           Ανθούλα Μόσχοβα

 

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Βιλελμίνη Στεφανάκη